îò¿-éí¿Gíÿ10-1

Μυρμηκολέοντα καλλιτέχνη κι επιστήμονα με το σέξι στήμονα, θα παρουσιάσεις απόψε το νούμερό σου χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Το γύρο του θανάτου σε άπατο βαρέλι συνδεδεμένο μέσω Βεζουβίου με την άβυσσο του Κράκεν. Πλοκάμια σα κάβοι θωρηκτού, βεντούζες σαν πιατέλες ξενοδοχειακού μπουφέ, ράμφος σαν τανάλια σιδερά σινεμασκόπ. Δεκαετία του 60: διασχίζω τον Πειραιά και βλέπω το τεντωμένο σχοινί ανάμεσα σε δύο ταράτσες πολυκατοικιών κι έναν ισορροπιστή στο κενό. Μέχρι κι οι κουλουράδες προστάζουν ησυχία στο σουσάμι. Μορφές της θλίψης ενός ακραίου κι ηδονικού υπερπέραν (που τώρα αποκαλύπτει την πεζότητά του), μιας άλλης ζωής αδειασμένης από κίνδυνο. Μα τι λέω; Η σκηνή έχει κλείσει, η ιέρεια ραντίζει με γιαούρτι τα καυλωμένα παλικάρια. Ταριχεύοντας διατηρείτε το χνούδι των προσώπων, εγγυάστε το μόνιμο τρεμόπαιγμα των χειλιών, την αισθητή ηρεμία των φρέσκων θαλασσινών, των ζουμερών καρπών, των ξεροψημένων κορμιών. Δεν θα έχετε όμως επιτυχία χωρίς την μπάσα ψαλμωδία: «αρχίδια, μύδια, αποκαΐδια, με φόντο τελετουργικά βρισίδια, αντί πάλι να σκέφτομαι τα ίδια και τα ίδια». Επειδή όμως δεν καταλαβαίνω τίποτα, το λέω στον εαυτό μου στα ίσια: Πότε θα γίνεις δικός μου επιτέλους; Και πότε θα δεχτείς πόσο ανήμπορος είσαι μπροστά στην Ιστορία; Ζεις κάτω από σύννεφα που κλείνουν το θολό σου βλέμμα στα όρια μιας μεγαλούτσικης ανθρωπιάς. Και λατρεύεις τους αριθμούς που βγάζουν στο αβέβαιο «όπου θέλω» αν τους ζορίσεις και σε θάνατο πικρό αν τους αγνοήσεις.