îò¿-éí¿Gíÿ4-2

Η δύση υποφέρει. Κανείς πια δεν θέλει αστεία, ειρωνείες, πόζες κι αλαζονείες. Όλοι προσφέρουν σφάγια στον τυφλό κι ηλίθιο Αζαθώθ που βασιλεύει μόνος του στα σκότη. Στην καμπή που βρίσκομαι, και χωρίς ίχνος σκηνοθετικής οδηγίας και φιλικής συμβουλής, στα λύματα μέχρι το λαιμό, βρίσκω επιτέλους το συνδυασμό του ηλεκτρονικού σαμανισμού δίκην λαιμαριάς κι αναπνέω την ορίτζιναλ αναθυμίαση επαναστατικών και υπερδραστήριων παραληρημάτων. «Τι βλέπεις, θείε;» «Βλέπω ασφαλείς ανθρώπους με ωραίους αφαλούς να περνάν κόκκινες και πορτοκαλί πινελιές τον ουρανό.» «Και τι λες;» «Δεν λέω, κράζω! Παλληκάρια! Ακούστε το πάθημά μου! Οι γλυκύτερες βλαστήμιες εκστομίζονται με την τραγικότερη αμφιθυμία, το αγριότερο μέταλλο παίζεται με τις μαλακότερες χορδές, από το ύψος των μυθικών υπερκειμένων απολαύστε τώρα τις εναργέστερες στιγμές της άλλης σας ζωής!» Παρεμβαίνει λοιπόν ο βιο-κοινωνιο-σκηνοθέτης… εκτός κι αν φλογισμένες άτρακτοι σε ηχητικό κενό διεκπεραιώσουν τη φαντασίωση της ιδανικής πτώσης, χαμένα κορμιά βρουν νόημα χορεύοντας σε κάρβουνα, λάμες και γυαλιά, σατανικές φλογέρες στριγγλίσουν την καταξίωση του συστήματος, την πολλοστή νίκη της λογικής, τα διαβαθμισμένα καλσόν, τα λεία μπούτια, τα ξυρισμένα μυαλά βαριζάν. Αν και μόνο αν γίνουν τα πράγματα έτσι και μόνο έτσι… όλα τότε θα είναι γυμνά κι όλα θα έχουν κάποιο σκαναρισμένο εντόσθιο να δείξουν, βγαλμένο το μέσα-έξω και το μπρος-πίσω. Εδώ, στοπ: υπογράψαμε για να εξασφαλίσουμε τη στερεοποίηση του νεφελώδους νεφελώματος, τη διαλεκτική τελειότητα σε βλακώδη ένταξη κι ανώφελη διαφοροποίηση – τώρα κάθε πνεύμα στραγγίζεται, κάθε τόνος οξύνεται, κάθε ράπισμα δονεί την αέναη προπαραλήγουσα. Σε μητροπολιτικά σουβλατζίδικα σαν γκαλερί, σε επαρχιακά συνεργεία σαν μαιευτήρια, σε υποθαλάσσιες steampunk κλινικές σαν μαυσωλεία, ο λόγος απελευθερώνεται, μια και πιστεύει (ο τενεκές) ότι όλα τα ‘χει πει και δει, μια και δεν έχει τίποτα άλλο να μας δώσει (ή να μας χώσει).