Η Χριστίνα Σιώμου είναι ηθοποιός. Είναι 23 χρονών, Λολίτα και βαμπ μαζί σε έναν εκρηκτικό μοιραίο συνδυασμό που σε βάζει σε σενάρια μόνο και μόνο γιατί ανοιγοκλείνει τις στριφογυριστές βλεφαρίδες της.

Είναι όμως και γλυκιά και αυθόρμητη -μου εξομολογήθηκε ότι είναι η πρώτη της συνέντευξη και είχε αγωνία έτσι προετοίμαζε τις υποθετικές απαντήσεις στο μυαλό της και είχε κρατήσει και σημειώσεις από το προηγούμενο βράδυ.

Μ αρέσει γιατί λέει αυτό που σκέφτεται χωρίς να το φιλτράρει  και έχει ένα τσαγανό που της πάει. Μαγκάκι που δεν χάνει όμως την ωραία στόφα της η θηλυκότητα και ας την λένε οι φίλοι της κοροϊδευτικά «νταλικέρη».

DSC_8020

Μου μιλάει για τη σύντομη ζωή σαν να έχει διανύσει ήδη αρκετά χιλιόμετρα και μάλλον αισθάνεται έτσι γιατί ξεκίνησε να δουλεύει αμέσως μόλις τέλειωσε το σχολείο. «Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές. Σε αρχιτεκτονικό γραφείο, σερβιτόρα, μπαργούμαν, οτιδήποτε έβρισκα έλεγα ναι. Ήθελα από πολύ νωρίς να έχω τα δικά μου λεφτά γιατί μόνο έτσι κόβεις τον ομφάλιο λώρο. Η οικονομική ανεξαρτησία είναι για μένα η ενηλικίωση». Και αν και μοναχοπαίδι και μοσχαναθρεμμένη, δεν ήθελε να ζει σε προστατευτική γυάλα. Θυμάται την παιδική της ηλικία, σαν ένα ωραίο σουλατσάρισμα με δυο γονείς που ασχολήθηκαν επί της ουσία μαζί της και σεβαστήκαν τις ανάγκες της. «Με τον μπαμπά μου κάναμε μεγάλους περιπάτους, αλωνίζαμε στο Γκάζι, στο Μοναστηράκι. Μεγάλωσα στην Πετρούπολη που την αγαπώ, αλλά έχω μνήμες και από άλλες αγαπημένες γειτονιές. Στην πόλη έχω τις γωνιές μου. Μ’ αρέσει πολύ η Αθήνα και βρίσκω γοητευτικό το αλαλούμ της».

Επαγγελματικά δεν ήξερε ακριβώς ποιο δρόμο να ακολουθήσει. Της άρεσε η ψυχολογία και διάβαζε σχετικά βιβλία κι ακόμα τη γοητεύει το άβατο της ψυχής, αλλά τελικά δεν πήρε το ψυχαναλυτικό μονοπάτι. Πέρασε Γαλλική φιλολογία αλλά από πολύ νωρίς κατέλαβε ότι δεν της άρεσαν οι σπουδές. Διάβαζε και περνούσε τα μαθήματα χωρίς ενδιαφέρον και δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της καθηγήτρια Γαλλικών. Έτσι, τυχαία σχεδόν, ξεκίνησε να κάνει κάποια σεμινάρια σκηνοθεσίας για να δει αν τελικά θα της άρεσε να παρακολουθήσει τη σχολή και το πραγματικό δέλεαρ ανακάλυψε ότι ήταν να βρίσκεται μπροστά από την κάμερα. «Είσαι, δηλαδή, ψωνάρα», της λέω και γελάει « Νομίζω δεν γίνεσαι ηθοποιός αν δεν κουβαλάς ένα ψώνιο, άλλα δεν μ’ αρέσουν αυτές οι εύκολες ταμπέλες Είσαι ηθοποιός, άρα νάρκισσος. Νομίζω ότι υπάρχουν γύρω μας ένα σωρό χαλασμένοι νάρκισσοι σε όλα σχεδόν τα επαγγέλματα. Έχω γνωρίσει και πολύ συγκροτημένους ηθοποιούς με τροχισμένο το εγώ και με τα πόδια στη γη».

DSC_7987

Αυτό το μέτρημα επιδιώκει και για τον εαυτό και έτσι βρέθηκε να σπουδάζει υποκριτική στη σχολή του Γιώργου Αρμένη. « Είμαι σχεδόν ξεροκέφαλη, αν βάλω ένα στόχο δεν μετακινούμαι. Για να μην φέρουν αντιρρήσεις οι γονείς μου που άφηνα τη φιλολογία, δούλεψα για τρεις μήνες δεκάξι ώρες την μέρα σε δυο δουλειές, μάζεψε τα λεφτά του πρώτου χρόνου των σπουδών και δεν άφησα περιθώρια για πολλές κουβέντες».

Οι σπουδές στο εργαστήριο αποδείχτηκαν κερδισμένος χρόνος και ενώ είναι στο τρίτο και τελευταίο χρόνο των σπουδών της την επέλεξαν για να ερμηνεύει την Ίντα στο έργο «Η λέξη προδοσία στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα», ένα έργο του Ματέι Βίσνιεκ σε σκηνοθεσία Νίκου Γκεσούλη. Tην ρωτάω γιατί την επέλεξαν. «Αυτό πρέπει να ρωτήσεις τον σκηνοθέτη μου λέει αφοπλιστικά» και εγώ την ψευτοστριμώχνω λέγοντάς της αν θεωρεί ότι της άνοιξε δρόμο η ομορφιά της.

«Ε, ναι, ειδικά για κάποιους ρόλους βοηθάει η εξωτερική εμφάνιση. Όμως εγώ δεν στέκομαι σ’ αυτό, κακά τα ψέματα. Αν δεν τα λες, δεν πάει να ’σαι και καλλονή, η ομορφιά δεν διορθώνει την αδεξιότητα. Το θέατρο θέλει ψυχή, επιμονή, κατάθεση. Έτσι και αλλιώς δεν με έλκουν τόσο οι ρόλοι των ενζενί γυναικών, αλλά οι ρόλοι μεγαλύτερων γυναικών. Ας πούμε ονειρεύομαι την Μήδεια. Με γοητεύει πόσο μπορείς να φύγεις από τον εαυτό σου και να πας στην αντίπερα όχθη και να ξαναέστρεψες χωρίς βλαβερές συνέπειες. Γίνεσαι φόνισσα, αλλά δεν λερώνεσαι με το αίμα».

«Όμως εσύ υποδύεσαι μια πόρνη» της λέω για να την βάλω πάλι στα ρούχα του ρόλου της «Μια πόρνη όμως που έμπλεξε άθελα της, για να βοηθήσει την οικογένειά της».

«Όλες οι Πόρνες το ίδιο λέτε», την διακόπτω. Δεν γελά και μου μιλάει με μεγάλο πάθος για το ρόλο της. «Είμαι η κόρη μιας οικογένειας που κατά διάρκεια του εμφυλίου στα Βαλκάνια πέφτει θύμα τράφικινγκ και την πηγαίνουν στο Μιλάνο, όπου την ρίχνουν στα κυκλώματα της πορνείας. Εκείνη στέλνει χρήματα στην οικογένεια και θέλει να γυρίσει πίσω, μα ξέρει ότι έχει μπλέξει και αυτό είναι σχεδόν ανέφικτο».

DSC_7978 DSC_7973

«Καλά μην μου λες για το έργο» της το ξεκόβω, «θα το δούμε, πες μου πόσο εσύ χωράς μέσα στην πόρνη που υποδύεσαι».

«Στην πόρνη; Δεν χωράω καθόλου, μα θα θυσιαζόμουν και εγώ για την οικογένειά μου, δηλαδή θα έκανα τα πάντα για τους βοηθήσω. Έχω πολλά κοινά με την κοπέλα, την Ίντα. Φαινομενικά είναι εύθραυστη, άλλα βγάζει και έναν τσαμπουκά. Δεν εμφανίζω στους ανθρώπου εύκολα τις αδυναμίες μου, πηγαίνω με τις άμυνές μου και με έναν δυναμισμό».

«Και με τους άντρες αυτό δεν είναι καταστροφικό, δηλαδή να είσαι στη σχέση το ‘αντράκι’;». «Ναι, παλαιότερα ήταν ένα θέμα, γιατί ενώ δεν ήθελα σώνει και καλά να έχω τον έλεγχο, κατέληγα να επιβάλλομαι στον άλλο άγαρμπα και τελικά κρατούσα το τιμόνι πριν ακόμα το καταλάβω».
«Άρα οι σχέσεις σου είναι καταστροφικές;». «Δεν θα έλεγα καταστροφικές, κάθε σχέση σου μαθαίνει έχω σωρό πράγματα. Ευτυχώς τα δυο τελευταία χρόνια βρέθηκε ένας άντρας που το ’πιασεαυτό και ξέρει να τραβάει επιδέξια τα χαλινάρια. Είναι πραγματικά δυνατός χωρίς περιττά αντριλίκια. Μου υπενθυμίζει όταν ξεπερνάω τα όρια ότι πρέπει να μαζευτώ και δεν το κάνει με τσαμπουκά, αλλά μου εμπνέει τον σεβασμό».

«Άρα είσαι ερωτευμένη» της λέω με μια κρυφή ζήλια.
«Ναι πολύ. Αν χαθεί ο έρωτας από τη ζωή μου, δεν έχω ζωή. Δεν είναι μόνο που δεν μ’ αρέσει καθόλου η μοναξιά, είναι που θέλω το μοίρασμα. Τι νόημα έχει αν δεν μοιράζεσαι τη ζωή σου με κάποιον άλλο;».

Την ρωτάω τι άλλο αγαπάει. «Τη θάλασσα, τους φίλους μου, τα βιβλία. Και τη Ραφήνα που ζω τον τελευταίο χρόνο. Ξυπνάω και βλέπω την θάλασσα. Άλλαξε η ζωή μου έτσι που είμαι κοντά στη φύση». «Και η απόσταση;». «Δεν με νοιάζει η απόσταση, κάνω μια ώρα να πάω και μια να γυρίσω, αλλά δεν με πειράζει γιατί ξέρω πού θα επιστρέψω, τι είναι αυτό που θα αντικρίσω τελευταία το βράδυ και όταν ανοίξω τα μάτια μου το πρωί. Μ’ αρέσει αυτή η γαλήνη, δεν τη βρίσκεις εύκολα μέσα σε μια πολυκατοικία».

DSC_8064 DSC_8047 DSC_7937

Γνωρίζοντας λίγο καλύτερα τη Χριστίνα, δεν μου βγαίνει να τη λέω Χριστίνα αλλά Χριστινάκι. Είναι γεμάτη ενέργεια, τρέχει στη λεωφόρο των δυνατοτήτων της με τέρμα τα γκάζια και τα μεγάλα της μάτια λαμπυρίζουν ευγνωμοσύνη όταν μου λέει πόσο ευλογημένη νιώθει που την διάλεξαν για αυτό τον ρόλο. «Τι εύχεσαι στον εαυτό σου;» την ρωτάω σαν να ’μαι το μαγικό της τζίνι που μόλις βγήκα από το λυχνάρι. «Να συνεχίσω να ’μαι τόσο τυχερή στη ζωή μου, όσο έχω σταθεί μέχρι σήμερα».

«Αθώα είσαι;» τη ρωτάω. «Η αθωότητα είναι μια πεταλούδα, έρχεται και φεύγει. Κάποιες δουλειές με έκαναν να σκεφτώ ότι είχε τσαλακωθεί η αθωότητα, στο θέατρο την ξαναβρήκα, οπότε η αθωότητα είναι και μια ιδέα, μια πηγή που μπορούμε να εξαγνιστούμε κάθε φορά που κάνουμε αυτό που αγαπάμε και μας χωράει».

Τη Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου, οι συντελεστές της παράστασης «Η λέξη Πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα» και οι φίλοι της «Σχεδίας» θα συναντηθούν στις 9 το βράδυ στο θέατρο Προσκήνιο (Καπνοκοπτηρίου 8 & Στουρνάρη, Τηλ:2108211855).

https://www.facebook.com/pages/Η-Λέξη-Πρόοδος-Στο-Στόμα-Της-Μητέρας-Μου-Ηχούσε-Πολύ-Φάλτσα/582373235222379?sk=timeline&ref=page_internal

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη
Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς