Ο δυναμίτης που επιφύλασσε η Λένα Κιτσοπούλου στην κλασική «Κοκκινοσκουφίτσα» των Γκριμ και η εντυπωσιακά καίρια μεταφορά του τολμηρού «Fit» του Νίκι Σίλβερ από τον Δημήτρη Κομνηνό είναι δύο παραστάσεις που γνώρισαν επιτυχία αυτό τον μήνα στην Αθήνα, στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών και στο Θέατρο Βικτώρια αντίστοιχα. Χωρίς να μοιράζονται ιδιαίτερες ομοιότητες μεταξύ τους, είχαν ως κοινό στοιχείο φρέσκα ταλαντούχα παιδιά για πρωταγωνιστές. Τσιμπήσαμε δύο από αυτά, τη Νεφέλη Μαϊστράλη και τον Σταμάτη Ζακολίκο και κάναμε μαζί τους έναν περίπατο στον Εθνικό Κήπο.

2

Νεφέλη Μαϊστράλη: Ήρθα για πρώτη φορά «αντιμέτωπη» με κείμενο της Κιτσοπούλου με τον «Μουνή» που ανεβάσαμε με την ομάδα 4frontal τη χειμερινή σεζόν, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη. Έτσι έγινε η περαιτέρω επαφή και κατέληξα στην «Κοκκινοσκουφίτσα». Πέρα από τους βασικούς ρόλους του παραμυθιού, υπάρχει κι ένας έξτρα χαρακτήρας «κιτσοπουλικός» τον οποίο υποδύομαι εγώ.

Σταμάτης Ζακολίκος: Εγώ στο «Fit» υποδύομαι τον Άρλοκ Σίμσον, γόνο μιας πολύ πλούσιας οικογένειας που έχει κληρονομήσει εκτός από πάρα πολλά λεφτά και μια αλκοολική τρελή μητέρα. Τον πετυχαίνουμε σε μια φάση της ζωής του όπου έχουν ανατραπεί πολλά προσωπικά του δεδομένα. Το έργο παρουσιάζει πώς μπορούν να λειτουργήσουν σχέσεις και να αναβιώσουν συναισθήματα κάτω από απροσδόκητες συνθήκες. Εγώ πρωτογνώρισα τον Νίκι Σίλβερ στο Αμόρε, με το «Χοντροί Άντρες με Φούστες» που με είχε εντυπωσιάσει. Το χαρακτηριστικό του που με συναρπάζει είναι ότι πάντα τα έργα του έχουν τραγικούς χαρακτήρες με τραγικά δεδομένα τα οποία όμως παρουσιάζονται με τέτοιο χιούμορ που δεν μπορείς να το πιστέψεις ότι γελάς με αυτά που βλέπεις.

Γιατί γίνατε ηθοποιοί;
Ν.Μ.:
Δεν ήμουν το παιδάκι που έλεγε «όταν μεγαλώσω θα γίνω ηθοποιός». Πέρασα στη Νομική, αλλά συνέχισε να μου λείπει κάτι πολύ έντονα. Ήμουν και σε μια μετεφηβική φάση, διάβαζα πολλή ποίηση, έγραφα, άρχισα να έχω φίλους που ασχολούνταν με τα καλλιτεχνικά και λέγαμε ωραία πράγματα τα βράδια. Με έπιασε ένα κάτι και είπα ότι θα πάω να δώσω εξετάσεις στο Εθνικό και στο Ωδείο και βρέθηκα στο δεύτερο. Δεν περίμενα ότι θα μου συμβεί αυτή η αλλαγή, αλλά το έβαλα στόχο. Τελείωσα και τη Νομική – καλό μου έκανε, νομίζω ότι η δουλειά του ηθοποιού χρειάζεται γείωση. Έτσι, προσπαθώ να ξεπεράσω τη φάση του λόγου, την εμμονή μου στο να βασίζομαι στον ορθολογισμό.
Σ.Ζ.:
Εγώ ήμουν το παιδάκι που ήθελε να γίνει ηθοποιός, το ομολογώ και δεν ντρέπομαι πια! Είχα από πολύ μικρός επαφή με το θέατρο, η μητέρα μου είχε τρέλα και μας πήγαινε παντού. Ένιωθα ότι ήθελα να βρεθώ εκεί πάνω. Μου συμβαίνει ακόμη και τώρα σε περιόδους που δεν δουλεύω. Είναι το μόνο πράγμα που όταν γίνεται καλά, ζηλεύω. Επειδή όμως η οικογένειά μου είχε μια σχετική εμμονή με την εργασιακή ασφάλεια, ήθελαν να διαθέτω προσόντα που να μην μπορούν να αμφισβητηθούν. Ανάμεσα σε αυτά ήταν και τα πτυχία. Τελείωσα τη Φιλοσοφική, όπου και συνειδητοποίησα ότι πρέπει να αποφασίσω τι θα κάνω στη ζωή μου μια και σίγουρα δεν θα έκανα αυτό που σπούδαζα. Κατέληξα στη σχολή του Κιμούλη, την οποία τελείωσα το 2003 κι έκτοτε παλεύω με τα θηρία του θεάτρου και όχι μόνο.

Σταμάτη, έχεις κάνει και τηλεόραση. Τι σου άφησε η χρυσή εποχή της;
Δεν πρόλαβα να τη ζήσω οικονομικά γιατί ήμουν στην αρχή και δεν αμειβόμουν υπερβολικά. Αξιοπρεπέστατα, δεν λέω, για τα σημερινά δεδομένα δε, αρχοντικά! Εγώ είχα την τύχη να βιώσω μόνο καλές συνθήκες και στην τηλεόραση και στο θέατρο. Αυτό σημαίνει βέβαια αυτόματα ότι δεν έχω κάνει πολλά πράγματα, μάλλον με κάποιο τρόπο τις επεδίωκα τις συνθήκες ή τις διαμόρφωνα. Το 2004 ήμουν στο «Singles» με βασικό ρόλο, αμέσως μετά τη σχολή. Πίστεψα ότι αυτό ήταν, ξεκινάμε, ότι τελικά για μένα δεν θα είναι όπως για τους περισσότερους. Δεν ήταν φυσικά έτσι. Έμεινα για καιρό χωρίς δουλειά και με τη σταθερά ότι ξεκίνησα από κάπου και ότι δεν μπορώ να συνεχίσω πηγαίνοντας προς τα κάτω. Βλακεία, αλλά ήταν θέμα απειρίας. Έτσι, μέχρι και πρόσφατα, έκανα κι άλλες δουλειές, δούλευα σε εμπορικά καταστήματα, άσχετα πράγματα. Ήμουν μια χαρά, απλά δεν ένιωθα γεμάτος.

6

Ποια στοιχεία θα σας κάνουν να ασχοληθείτε με έναν ρόλο;
Ν.Μ.:
Το θέατρο έτσι όπως εξελίσσεται έχει ξεφύγει από ρόλους. Αυτό που λέγαμε παλιά, πρώτος, δεύτερος, όγδοος. Το δουλεύεις μαζί με την ομάδα. Δεν κρίνω αν κάτι μου ταιριάζει, αν είναι ή δεν είναι δοκιμασία για μένα. Ό, τι κι αν διαπραγματευτώ σε ένα κείμενο, θα σκεφτώ αν με αφορά να το μοιραστώ μαζί σου. Αν η ιδέα που μου προτείνει αυτός ο χαρακτήρας ή αυτό το αφηγηματικό κομμάτι ή αυτό το τραγούδι μου κάνει κάτι, άρα μπορώ να στο πω για να κάνει κάτι και σε σένα. «Έχω ένα ερώτημα να θέσω, θες να μοιραστούμε αυτό το ερώτημα»;
Σ.Ζ.:
Κι εμένα με ενδιαφέρει σαφώς το κείμενο και τι έχει να πει, ενώ επηρεάζομαι πολύ και από τους συντελεστές. Όλοι μαζί διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα και ένας ηθοποιός δεν είναι ικανός από μόνος του να το ανατρέψει. Και δεν πρέπει κιόλας. Θεωρώ τεράστιο λάθος οι ηθοποιοί να είναι αλλού όταν η γενική κατεύθυνση είναι διαφορετική και δεν την εγκρίνουν.
Ν.Μ.:
Είναι μαρτυρικό αυτό. Είναι πολύ σημαντικοί οι συνοδοιπόροι σου, πού θέλουν να σε φτάσουν και τι θέλετε να πείτε. 
Σ.Ζ.:
Βλέπω ηθοποιούς να παίζουν άλλο έργο επειδή έχουν αμφισβητήσει αυτό που τους έχει προτείνει ο σκηνοθέτης. Γι’ αυτό θέλω να είμαι σίγουρος εξαρχής ότι μου αρέσει αυτό που πάει να γίνει. Οι περιπτώσεις βέβαια διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν πρόκειται για κάποιο γνωστό κείμενο, έναν dream role ή ένα κείμενο υπό διαμόρφωση με αυτοσχεδιασμούς ή κάποιο πεζό στο οποίο πρέπει να φανταστείς τι χαρακτήρες θα βγουν.
Ν.Μ.:
Εξάλλου, για μένα σε ό, τι κάνεις χρειάζεται μια κινητήριος δύναμη, ένας λόγος να ξυπνάς το πρωί. Όλες οι δουλειές πλέον είναι στα ίδια επίπεδα οικονομικά οπότε δεν είναι ότι αν κάνεις κάτι διαφορετικό θα αμειφθείς καλύτερα.

Πού τοποθετείτε τους εαυτούς σας στη σημερινή αθηναϊκή θεατρική σκηνή;
Σ.Ζ.:
Εγώ την ποικιλία και την ποικιλομορφία αυτής της εποχής και τον τρόπο που έχει διαμορφωθεί το τοπίο λόγω Κρίσης τα βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα. Για εμάς που δεν είχαμε καθιερωθεί, μας άνοιξαν πόρτες που πριν 5 χρόνια δεν άνοιγαν. Άσε που πλέον όλοι μας, επειδή ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να βγάλουμε λεφτά, είμαστε εκεί που είμαστε εντελώς συνειδητά. Έχει γίνει ωραίο ξεκαθάρισμα. Με ενοχλεί όμως η εμμονή στη διαχείριση των χρημάτων προς συγκεκριμένα πρόσωπα και «κλίκες». Αλλά πιο πολύ με ενοχλεί που ο κόσμος ακολουθεί ακόμα μαζικά, ειδικά γνωρίζοντας τα αντίτιμα των εισιτηρίων στις «μεγάλες» παραγωγές. Έχω τεράστιο θέμα με την ψαλίδα στο καθετί. Και στο εξωτερικό συμβαίνει αυτό, αλλά υπάρχει η εξής σημαντική διαφορά: Δεν μπορώ να συγκρίνω τον επαγγελματισμό των Ελλήνων με τον αντίστοιχο έξω. Οι άνθρωποι που κάνουν «εμπορικά» πράγματα στο εξωτερικό είναι σκυλιά. Ξέρουν να το κάνουν, το σέβονται και το υποστηρίζουν απόλυτα και γνωρίζουν πού απευθύνονται. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, που οι περισσότεροι, ενώ είναι καταξιωμένοι στον χώρο, στο σύνολό τους βαριούνται πάνω στη σκηνή και λυπάμαι πολύ που το λέω. Διεκπεραιώνουν και θεωρούν ότι αυτό είναι αρκετό για να πάω εγώ να δώσω 60 ευρώ για να τους δω.
Ν.Μ.:
Εγώ αυτό που κρατώ από τη σύντομη πορεία μου μέχρι τώρα είναι πως με ό, τι ασχοληθείς, κι ας μην είναι «εναλλακτικό» ή πρωτοποριακό, κερδίζεις. Ως και απλά πράγματα, τεχνικά, για τη φωνή και το σώμα σου. Διαφωνώ λίγο με το «δεν δουλεύω» που παίζει πολύ σε εμάς. Το να κάθομαι καιρό περιμένοντας δεν λειτουργεί σε εμένα γιατί έτσι ρίχνω τον εαυτό μου, τα βλέπω όλα λίγο περίεργα, κάνω δεύτερες σκέψεις που δεν οδηγούν πουθενά. Η διαφορετικότητα του θεατρικού χώρου ενέχεται στη φύση της τέχνης. Τώρα τελευταία παίζουν πολύ έργα που σχετίζονται με το εγχώριο γίγνεσθαι, με την Κρίση και το «για την Ελλάδα ρε γαμώτο». Όμως όλη αυτή η ιστορία θεωρώ ότι θέλει πολύ λεπτή διαχείριση για να καταλάβουμε τι είναι λαϊκό θέαμα – πρέπει να ρωτήσουμε κι εμείς τους εαυτούς μας. Πιστεύω ότι πολύ πιο έντονα πράγματα θα προκύψουν μέσα από την αλλαγή. Για τη ζωγραφική λέμε ότι βρίσκεται ένα βήμα μετά, ότι κάτι γίνεται και ύστερα το καταγράφει. Στο θέατρο υποτίθεται ότι η κατάσταση είναι λίγο μεταιχμιακή, παράλληλα συμβαίνουν και παρουσιάζονται πράγματα. Υπάρχει πολύ υλικό αυτή τη στιγμή, κλασικά κείμενα ξαναβρίσκουν ενδιαφέρον, ζυμώσεις εξελίσσονται και οι άνθρωποι γουστάρουν να σκέφτονται κάτι διαφορετικό το βράδυ.

3

Πού μαθαίνετε τους ρόλους σας;
Σ.Ζ.:
Παντού! Από τη στιγμή που ξεκινώ, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ αυτό σκέφτομαι, δυστυχώς ή ευτυχώς, γιατί σίγουρα έτσι χάνω κι άλλα πράγματα που μπορεί να συμβαίνουν δίπλα μου.
Ν.Μ.:
Κι εγώ όπου κάτσει αλλά κυρίως σπίτι. Δεν είμαι πολύ εύκολη στην εκμάθηση, θέλω τον χρόνο μου και χρειάζομαι συγκέντρωση. Έχει τύχει κι εδώ, στα παγκάκια του Εθνικού Κήπου, επειδή το Ωδείο είναι δίπλα.

Θυμάστε να έχετε συμμετάσχει σε σχολικά θεατρικά;
Ν.Μ.:
Εγώ είχα κάνει τη βασίλισσα στα «Ρούχα του Βασιλιά» του Άντερσεν και τον ανανά στη «Φρουτοπία» του Τριβιζά. Στο νηπιαγωγείο με μεγάλη επιτυχία!
Σ.Ζ.:
Θυμάμαι στιγμές και εικόνες, αλλά δυστυχώς όχι συγκεκριμένο ρόλο.

Ας επιστρέψουμε στα έργα που παίζετε αυτή την περίοδο. Νεφέλη, τι είναι αυτό που κάνει την Κιτσοπούλου τόσο ξεχωριστή;
Ν.Μ.:
Αυτή την περίοδο έτυχε να διαβάζω πολλά καινούρια πράγματα και συνειδητοποίησα ότι ο τρόπος με τον οποίο «βλέπει» και γράφει, είτε σου αρέσει είτε όχι, είναι μια πολύ καθαρή πρόταση. Με συγκινούν κομμάτια που σχετίζονται με την αυθεντική εκδοχή κάποιων πραγμάτων. Ερχόμενη σε επαφή με τον «Μουνή» και τώρα με την «Κοκκινοσκουφίτσα» διαπραγματεύτηκα με έννοιες που με βοηθούν πολύ να πάω παρακάτω ως καλλιτέχνις. Οι πρόβες με τη Λένα λειτουργούν στο «εδώ και τώρα», δουλεύουμε και προκύπτουν πράγματα χωρίς εμμονές και χωρίς να το φιλοσοφούμε. Είναι και το κείμενο γραμμένο ως θέση, η αποδόμηση του μύθου είναι τόσο ακραία που δεν σηκώνει συζήτηση του τύπου «τι θέλει να πει ο ποιητής». Εμένα λειτουργεί πολύ η δουλειά μου έτσι, το πάντρεμα του κειμένου και του σώματος και το πώς θα μου βγει θα με οδηγήσει να καταλάβω «τι θέλει να πει ο ποιητής».

Όλα τα παιδικά παραμύθια έχουν πολλαπλές αναγνώσεις…
Ν.Μ.:
Να πάρει η ευχή τι λένε μέσα! Εγώ δεν είχα ποτέ κάνει focus σε αυτά που έχει κατά νου η Κιτσοπούλου, την ενηλικίωση του χαρακτήρα, το πώς έρχεται αντιμέτωπη με τη μάνα της, ή τι είναι πραγματικά ο λύκος. Δεν είχα διαπραγματευτεί το στοιχείο: «ο λύκος τρώει ανθρώπους, αλλά δεν πειράζει κιόλας». Είναι ακραία η συνθήκη που προτείνει. Το είχα σκεφτεί λίγο με τη Σταχτοπούτα όταν ήμουν μικρότερη. Είχα νιώσει άσχημα για τις αδερφές της. Αυτό το «α, είσαι κακός οπότε στο τέλος του παραμυθιού θα τα βρεις όλα σκούρα». Πολύ διακριτό αυτό το δίπολο καλός-κακός, ενώ η ζωή δεν είναι έτσι. Τις είχα λυπηθεί λοιπόν αυτές, που μένουν τελικά χωρίς άντρα, άσχημες, ταλαιπωρημένες, με τη μάνα από πάνω τους. Τι σημαίνει ότι τους αξίζει; Αυτές οι ηθικο-περίεργες αρχές ήταν το κόλλημά μου.

Το σχόλιο της παράστασης για τη ρουτίνα, πού σε βρίσκει; Φοβάσαι την επανάληψη;
Ν.Μ.:
Το «βαρέθηκα» είναι μέσα στη ζωή. Το τι κάνεις σε αυτή την περίπτωση είναι άλλη κουβέντα. Το να το δεις μπροστά σου και να το ξορκίσεις είναι απαραίτητο – αυτό μου αρέσει πολύ σε τέτοια κείμενα. Ξορκίζω το «βαρέθηκα», το χωριό και τη μικροαστική ηθική του, το ξύλο, την ομοφυλοφιλία. Δεν σου προτείνω λύσεις, δεν έχω κιόλας, θέτω το ερώτημα στη σκηνή για να το μοιραστώ μαζί σου.

8

Σταμάτη, δύο από τα θέματα που προσεγγίζει με ιδιαίτερο τρόπο το «Fit» είναι το οιδιπόδειο και η οροθετικότητα. Εσύ πώς έχεις βιώσει το οιδιπόδειο και πώς αντιλαμβάνεσαι την προσέγγιση του συγγραφέα στην οροθετικότητα;
Σ.Ζ.:
Γενικά το οιδιπόδειο καλά κρατεί. Πιστεύω ότι στην περίπτωση ενός ομοφυλόφιλου ανθρώπου, όπως είναι ο χαρακτήρας που υποδύομαι, είναι πιο έντονο. Στο «Fit» υπάρχει όμως μοιραία σύγκρουση ως προς αυτή την ταύτιση μάνας-γιου. Αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο που απορρίπτεις και κρίνεις όλη την ώρα, είναι ο ίδιος άνθρωπος που σου έχει κάνει κακό και τώρα προσπαθεί να σου κάνει καλό – όλο αυτό το εισπράττεις με τρόπο που θες και δεν θες. Συνειδητοποιείς τελικά ότι ποτέ δεν είναι αργά για τίποτα, ότι όσο κι αν βιαζόμαστε αυτά που είναι να έρθουν θα έρθουν. Το έργο θίγει και το στοιχείο της οροθετικότητας και το εντάσσει απόλυτα στη ζωή. Με ιντρίγκαρε πολύ αυτό το κομμάτι, αφού δεν μπορούσα να φανταστώ τον τρόπο με τον οποίο κάποιος που έχει αυτό το δεδομένο στη ζωή του μπορεί να έχει τον χώρο να προσεγγίσει ανθρώπους, να συγχωρέσει, να μοιραστεί πράγματα, να έχει συναισθήματα πέρα από αυτό. Αντί να κλειστώ δηλαδή στο σπίτι μου και να μην θέλω να δω άνθρωπο, το σπίτι μου να έχει τον περισσότερο κόσμο που είχε ποτέ. Και σκέψου ότι έχει γίνει προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, γιατί στα 90s που γράφτηκε το έργο, τα πράγματα και η αντιμετώπιση ήταν πολύ πιο σκληρή. Αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα και το μήνυμα που θέλει να περάσει το «Fit» μια και ασχολείται με τις ανθρώπινες σχέσεις. Έχει ένα γκέι ζευγάρι, ένα στρέιτ ζευγάρι και μια μάνα με έναν γιο. Και αναρωτιέσαι, η συνύπαρξη όλων αυτών γίνεται; Κι όμως γίνεται.

Στην Ελλάδα γίνεται;
Σ.Ζ.:
Αν κρίνουμε από την αποδοχή του κόσμου για το έργο, μπορώ να πω ότι γίνεται. Με έχει σοκάρει που η αποδοχή έρχεται και από μεγάλες ηλικίες. Έχουν έρθει κυρίες πάνω από 70 χρονών και φεύγουν ενθουσιασμένες. Απευθύνεται σε όλους κι ας φαίνεται ότι μπορεί να αφορά κάποιους περισσότερο. Εξάλλου, θεωρώ ότι το θέατρο μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως προς τη θεματολογία και την αισθητική, αν κρίνω από τον εαυτό μου ως θεατή που δεν βλέπει τα πάντα, γιατί επιλέγει με βάση κάποια κριτήρια.

1

Κοκκινοσκουφίτσα, το πρώτο αίμα
Σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου
Κείμενο: Λένα Κιτσοπούλου
Παίζουν: Ιωάννα Μαυρέα, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννος Περλέγκας, Γιάννης Κότσιφας, Νεφέλη Μαϊστράλη, Λένα Κιτσοπούλου
Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών (Λ. Συγγρού 107-109, Ν. Κόσμος, 210 9005800)
Τελευταίες παραστάσεις: Τετ. 28/5, Πέμ. 29/5, Παρ. 30/5, Σάβ. 31/5, Κυρ. 1/6, Δευ. 2/6, 9 μ.μ.
Εισ.: 5-18 €
Η παράσταση θα παρουσιαστεί στις 18 Ιουνίου από το Théâtre de la Villle στο Παρίσι, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Chantiers d’ Europe.

Fit
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κομνηνός
Κείμενο: Νίκι Σίλβερ
Μετάφραση-Διασκευή: Δημήτρης Κομνηνός
Παίζουν: Σταμάτης Ζακολίκος, Ζώγια Σεβαστιανού, Δημήτρης Παπαδάκης, Γιώργος Σουξές
Θέατρο Βικτώρια (3ης Σεπτεμβρίου 119 & Μαγνησίας 5, Κυψέλη, 210 8233125)
Τελευταίες παραστάσεις: Πέμ. 29/5, Παρ. 30/5, Σάβ. 31/5, Κυρ. 1/6, 9 μ.μ.
Εισ.: 5-18 €
Την Παρασκευή 30/5 η παράσταση είναι αφιερωμένη στο
Athens Pride, ενώ θα συνεχιστεί και την επόμενη θεατρική σεζόν.

Κείμενο: Αλέξανδρος Διακοσάββας
Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς