Η πρώτη συνάντησή μας με την κυρία Ζωή Ρωπαΐτου έγινε αργά το απόγευμα στο Σύνταγμα, με την άσφαλτο να βράζει και γρανίτα λεμόνι σε ψηλό ποτήρι –την οποία η σερβιτόρα του μαγαζιού μας παρουσίασε ως «ελαττωματική» και προσπάθησε να μας πείσει να αποφύγουμε [!] Μπορεί οι συνθήκες την πιο ζεστή ημέρα του χρόνου να μην ήταν οι ιδανικές για συνέντευξη, αλλά οι ιστορίες που έχει να διηγηθεί η κυρία Ρωπαΐτου είναι τόσο συναρπαστικές που σε κάνουν να ξεχάσεις και τις προειδοποιήσεις της παράξενης σερβιτόρας και τον καύσωνα [τελικά την γρανίτα την ήπιαμε].

Περισσότερα μπαρμπέρικα εδώ και trivia εδώ.

Αφορμή για τη συνάντησή μας ήταν το πιο πρόσφατο από τα βιβλία που έχει γράψει με τίτλο «Τα Μπαρμπέρικα», μια εξαντλητική μελέτη για την ιστορία του ελληνικού κουρείου από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, στο οποίο εκτός από ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία και φωτογραφικό υλικό από την πορεία της εξέλιξής τους, έχει μαζέψει αφηγήσεις από όλους σχεδόν τους εναπομείναντες κουρείς της Αθήνας [εν ενεργεία ή «αποσυρμένων»] και αρκετούς της ελληνικής επαρχίας.

timthumb.php

Η κυρία Ρωπαΐτου έχει αμέτρητες ιστορίες να διηγηθεί, έχει να πει έναν καλό λόγο για όλους τους συμμετέχοντες και μας μιλάει με ενθουσιασμό για τα χρόνια προετοιμασίας του βιβλίου που άφησαν πίσω τους μόνο καλούς φίλους. Με αρκετούς από τους ανθρώπους που της άνοιξαν τα μαγαζιά και μοιράστηκαν την ιστορία και τις εμπειρίες τους συνεχίζει να έχει επαφή, να τηλεφωνιέται συχνά και να τους επισκέπτεται.

«Κάθε καλοκαίρι ο αδερφός μου, για να βγάλει χαρτζιλίκι, πήγαινε παραγιός σε ένα κουρείο στον Βοτανικό», μάς λέει. «Εκεί έχω γεννηθεί και μεγαλώσει. Την ίδια εποχή που ο αδερφός μου έκανε τον παραγιό, στις διακοπές εγώ ξύριζα τον παππού μου, επειδή είχε αρχίσει να μην βλέπει καλά και ξυριζόταν χάλια. Τον είχα δει έτσι κακοξυρισμένο και τον ρώτησα αν θέλει να το κάνω εγώ για αυτόν, χωρίς να το έχω ξανακάνει. Προσπάθησα, τα κατάφερα πολύ καλά και από τότε έγινε μια συνήθεια σαββατιάτικη».

Μας περιγράφει την εικόνα του παππού καθισμένου στην καρέκλα της κουζίνας με μια μεγάλη πετσέτα τυλιγμένη στο λαιμό, περιμένοντας το ξύρισμα της εγγονής του, «που έγινε ο πυρήνας, γύρω από τον οποίο υφάνθηκε το βιβλίο». Η ιεροτελεστία του ξυρίσματος με το πινέλο, την σαπουνάδα του πράσινου σαπουνιού και το ξυράφι που ο παππούς ακόνιζε στα τοιχώματα του ποτηριού ήταν το πρώτο έναυσμα. Η ιστορία όμως του κουρέα που έδινε καλοκαιρινή δουλειά στον αδερφό της, την οποία της διηγήθηκε ο μικρότερος γιος του «σαν πονεμένο παραμύθι» πολλά χρόνια αργότερα, ήταν η αφορμή για να αρχίσει να μαζεύει ιστορίες μπαρμπέρηδων. «Ήταν ένας κουρέας της περιφέρειας, που κατάπινε τους καημούς μ’ ένα τσιγάρο και κάποτε-κάποτε τούς μοιραζόταν με ανταλλαγή βλεμμάτων παρά λέξεων με τον μοναδικό του φίλο στο ταβερνάκι-μπακάλικο του τελευταίου. Ένας βιοπαλαιστής κουρέας με τέσσερα παιδιά που έπρεπε να τα μεγαλώσει με την τσατσάρα και το ψαλίδι, και που λίγο πριν πεθάνει, άνοιξε τα μάτια να πει στο μικρότερο γιο του ‘Σ’ ευχαριστώ… Επιτέλους δεν χρωστάω πια, τίποτα, σε κανέναν’».

ta barberika (3)

«Επιπλέον, πάντα μου άρεσε το κουρείο γιατί τότε ήταν αποκλειστικά αντρικός χώρος, γυναίκες δεν έμπαιναν. Πήγαιναν σπάνια για να κουρευτούν. Οι περισσότερες είχαν μακριά μαλλιά και τα έπιαναν κότσο. Μέχρι το ’50 δεν υπήρχαν κομμώτριες, αφού οι γυναίκες δεν δούλευαν, οπότε πήγαιναν και αυτές στους κουρείς. Αλλά το κουρείο ήταν καθαρά αντρικός χώρος και μου άρεσε αυτή η ατμόσφαιρα, το αντριλίκι. Ήταν ένα μυστήριο. Όλα αυτά είχαν μείνει στο μυαλό μου: το ξύρισμα του παππού, ο αδερφός μου, οι μυρωδιές απ’ το μπαρμπέρικο, οι κολόνιες φουζέρ που είχανε τότε. Επίσης ήμουν 36 χρόνια στο Κέντρο Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι μέρος της δουλειάς μου να δίνω την εικόνα περασμένων δεκαετιών στην Αθήνα. Και ασχολήθηκα κυρίως με την αστική λαογραφία, γιατί είμαι γεννημένη και μεγαλωμένη εδώ. Το Κέντρο της Λαογραφίας είναι στην οδό Ιπίτου, στην Απόλλωνος, εκεί που είναι ο κουρέας ο Κολάρος. Ξεκίνησα να μιλάω με αυτόν και σιγά σιγά άρχισα να βρίσκω και άλλους. Κάθε Σάββατο πήγαινα και μιλούσα με κουρείς».

Η έρευνα της κυρίας Ρωπαΐτου κράτησε χρόνια, άρχισε να ρωτάει φίλους και γνωστούς της πού κουρεύονται, να επισκέπτεται τα κουρεία και να συγκεντρώνει τις ιστορίες τους, σύγχρονες και παλιές, ακόμα και κουρείων που υπάρχουν πια μόνο στη μνήμη. Παράλληλα, άρχισε να ψάχνει σε λογοτεχνικά έργα, σε θεατρικά ή κινηματογραφικά, σε πίνακες ζωγραφικής και σελίδες περιοδικών παλιότερων εποχών για οτιδήποτε αναφερόταν σε μπαρμπέρικο. Και να φωτογραφίζει. Το υλικό που προέκυψε και παρουσιάζεται ταξινομημένο στο βιβλίο είναι μία πολύτιμη καταγραφή αστικής λαογραφίας με τόσες αναφορές και εικόνες που θα μπορούσε να βγει σε τόμους. Το μπαρμπέρικο, παρόλο που δεν είναι μία υπόθεση του παρελθόντος, ούτε ένας χώρος υπό εξαφάνιση, έχει αλλάξει πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια. Κυρίως έχει αλλάξει η φυσιογνωμία του χώρου και ο ρόλος του κουρέα που έχει πια περιοριστεί αυστηρά στο κόψιμο των μαλλιών -που πλέον διαρκεί και ελάχιστα, επειδή έχουν εξελιχθεί οι μηχανές. Κάποτε στο κουρείο πήγαινες πολύ πιο συχνά [δεν υπήρχαν ξυραφάκια με τέσσερις λεπίδες και λιπαντικά συν ενσωματωμένη αλόη βέρα] και έμενες πολύ περισσότερο χρόνο, ακόμα και για πρακτικούς λόγους: επειδή ο κουρέας χρησιμοποιούσε μόνο τσατσάρα και ψαλίδι.

ta barberika (4)

«Το κουρείο ήταν κέντρο κοινωνικής συναναστροφής. Εκεί μέσα λεγόταν οτιδήποτε μπορεί να λεχθεί στις αντροπαρέες. Από γκομενικά, σεξουαλικά, ποδοσφαιρικά, πολιτικά. Όταν ήταν να ψηφίσουν, ο κουρέας ήξερε πόσο θα πάρει το κάθε κόμμα. Ό,τι λεγόταν μέσα στα καφενεία, λεγόταν και στα κουρεία. Πολλά κουρεία ήταν κιόλας και καφενεία, συστεγάζονταν», μας λέει η κυρία Ρωπαΐτου. «Μέχρι το 1930, σε μερικές περιπτώσεις και πιο αργά, οι κουρείς είχαν και τον ρόλο του γιατρού με έναν τρόπο. Έριχναν βεντούζες, έβαζαν βδέλες για να χαμηλώσουν την πίεση, έβγαζαν ’κάνα δόντι. Είχαν στις προθήκες και τανάλιες κ.τ.λ., πράγματα που έχουν οι οδοντογιατροί. Είχαν και τσουβάλια με βότανα».

Όταν φτάνουμε στις ιστορίες των κουρέων του βιβλίου και τις πιο συγκινητικές περιπτώσεις, αποκαλύπτεται ένας θησαυρός. «Πολλοί είναι και πολυπράγμονες», μας λέει. «Άλλοι είναι μπουζουξήδες, άλλοι τραγουδάνε, γράφουν στίχους, φτιάχνουν αντικείμενα, ένας ταρίχευε και πουλιά».

Ποιο ήταν πιο συγκινητικό περιστατικό που σας έτυχε σε όλη τη διαδικασία προετοιμασίας;
Στην οδό Θεάτρου, σε μια παλιά πολυκατοικία υπήρχε μια ταμπέλα που εξείχε και έλεγε ‘Κουρείο’. Από κάτω είναι ένα σουβλατζίδικο. Ρωτάω τον σουβλατζή, πού μπορώ να βρω τον κύριο που είχε αυτό το κουρείο. Μου λέει «Είσαι τυχερή. Να ’τος». Ήταν ένας γεράκος, Μιχάλης Κομιτσόπουλος νομίζω λέγεται. Ήταν πολύ ευγενικός και με πήρε και πήγαμε μαζί στο κουρείο. Ήταν ένα πολύ μικρός χώρος με ένα καναπεδάκι, έναν πάγκο γεμάτος με κουρευτικά αντικείμενα, ένα ψυγείο, κάπου ήταν και  μια φρατζόλα ψωμί. Τέλος πάντων, κατάλαβα ότι ο άνθρωπος έμενε εκεί, το κουρείο ήταν και το σπίτι του. Αυτός είχε κουρείο στην Αρμοδίου. Από παιδί είχε μάθει να κουρεύει. Σε διάφορες περιοχές. Στο τέλος παθαίνει ένα εγκεφαλικό, αφήνει το κουρείο του, μπαίνει για λίγο καιρό να θεραπευτεί. Ξαναρχίζει του δουλειά με λιγότερη πελατεία και παθαίνει ξανά εγκεφαλικό. Όταν γύρισε, είχαν πάρει τους πελάτες του οι γύρω αλλοδαποί κουρείς που κουρεύουν με 5 ευρώ. Δεν πήγαινε πια κανείς να κουρευτεί. Μου λέει τα παιδιά μου μού δίνουν το χαρτζιλικάκι  μου και πηγαίνω και τρώω και στον Δήμο, αλλά δεν πετάω τίποτα. Και τα είχε κρατήσει όλα. Και τη καρέκλα και τα κουρευτικά του. Όταν πέρασε ο καιρός και βγήκε το βιβλίο, πήγα να τον βρω να του το δώσω. Ρωτάω τον σουβλατζή «είναι πάνω ο κύριος Μιχάλης;» και μου λέει όχι έπαθε και άλλο εγκεφαλικό, είναι σε κώμα και νοσηλεύεται σε ένα ίδρυμα πια.

ta barberika (5)

Πού είναι το πιο παλιό κουρείο του κέντρου;
Στην οδό Ευπόλιδος, κοντά στο κτίριο του παλιού δημαρχείου. Είναι ο κύριος Φούκης. Πρέπει να είναι 80-85 και έχει ελάχιστους πελάτες πια, αλλά το κουρείο δεν το κλείνει».
Τον κύριο Φούκη τον γνωρίσαμε την ημέρα της φωτογράφησης. Σάββατο στις 9 το πρωί σκούπιζε τον χώρο έξω από το μαγαζί και διαθέτει ένα σθένος που δύσκολα συναντάς σε ανθρώπους της ηλικίας του. Η κυρία Ρωπαΐτου δυσκολεύτηκε πολύ να διαλέξει σε ποιο κουρείο θα φωτογραφηθεί όταν της το ζητήσαμε. Έχει τόσο δεθεί με τους πιο πολλούς που της εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες της, που δεν μπορούσε να αποφασίσει. Τελικά, μάζεψε τα κουρεία του κέντρου και έριξε κλήρο. Ο κλήρος έπεσε στον κύριο Φούκη. Κι ας μην είναι ο πιο νέος.

Trivia: Πού μπορείς να πετύχεις μαζεμένους τους πιο πολλούς μπαρμπέρηδες;
Οι μπαρμπέρηδες έχουν έναν πολιούχο άγιο. Ήταν κάτοικος Καλαμάτας, τον έλεγαν Ηλία Αρδούνη και ήταν κουρέας. Αυτός μαρτύρησε επί τουρκοκρατίας και τον έχουν όλοι οι κουρείς προστάτη. Οχτώ Μάιου, την Κυριακή των Μυροφόρων, φεύγουν απ’ την Αθήνα και πάνε με πούλμαν να κάνουν περιφορά της εικόνας. Μαζεύονται μπαρμπέρηδες απ’ όλη την Ελλάδα…

Περισσότερα μπαρμπέρικα εδώ και trivia εδώ.

Το βιβλίο «Τα Μπαρμπέρικα, Η πορεία τους στο πέρασμα του χρόνου και αφηγήσεις κουρέων» της Ζωής Ρωπαΐτου κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φιλιππότη. 

Κείμενο: M.Hulot
Φωτογραφίες: Νίκος Κατσαρός

Από εδώ.