Ο Νίκος Ορδουλίδης είναι ένας μουσικός που αναλύει και μελετά την ελληνική λαϊκή μουσική. Έγραψε ένα βιβλίο για την ανάλυσή του αυτή αφιερώνοντας ένα μεγάλο κομμάτι της έρευνάς του στην μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη. Είναι 32 ετών και γεννήθηκε στην Νάουσα. Μιλήσαμε για το ρεμπέτικο, το λαϊκό πιάνο, την παράδοση και φυσικά, τον Βασίλη Τσιτσάνη.

Πες μου για την σχέση σου με το ρεμπέτικο.
Στο ρεμπέτικο, επιστημονικώς τουλάχιστον, είμαι πιο κοντά απ’ ότι σε κάποιο άλλο είδος το οποίο ακούω, γιατί εργάζομαι μ’ αυτό ως πιανίστας σε κέντρα διασκέδασης και, ενίοτε, και σε άλλους χώρους. Το ρεμπέτικο και η εξέλιξή του σε λαϊκό, υπήρξε το είδος με το οποίο ασχολήθηκα στη διδακτορική μου διατριβή που πραγματοποίησα στο πανεπιστήμιο του Leeds της Αγγλίας, αναλύοντας το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη. Αν και είναι νωρίς να μιλήσουμε για τις σπουδές που αφορούν λαϊκές μουσικές στη χώρα μας –κάτι το οποίο αναλύεται στο βιβλίο μου– οφείλω να πω πως τα πορίσματα στα οποία οδήγησε η έρευνα είναι ενδιαφέροντα και γεμάτα πληροφορίες που αφορούν όχι μόνο την ελληνική μουσική παράδοση αλλά και άλλων χωρών, γεωγραφικών περιοχών και κουλτούρων. Δουλειά δική μας (μουσικών και μουσικολόγων) είναι να φροντίσουμε ώστε η χώρα να φιλοξενήσει και αυτή διδακτορικές διατριβές και, εν γένει, σπουδές γύρω από τη λαϊκή μουσική και, προφανώς, και το ρεμπέτικο.

ordoulidis8

Εσύ πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι με την μουσική;
Η μουσική ξεκίνησε να ασχολείται μαζί μου στα 6 μου όταν ξεκίνησα σπουδές στο πιάνο και στην Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική. Ο πατέρας μου, σαν καθηγητής της τελευταίας, με ώθησε πρώτα στο πιάνο, και έπειτα και στην σπουδή του αντικειμένου του. Στα 18 μου πήρα τον δρόμο για σπουδές στην Θεσσαλονίκη όπου σπούδασα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης και παράλληλα ολοκλήρωσα τις ωδειακές μου σπουδές στο πιάνο, την Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και την μονωδία (κλασικό τραγούδι). Το 2007 πήγα στην Αγγλία για τις μεταπτυχιακές μου σπουδές, επίσης στο κλασικό τραγούδι, στο Πανεπιστήμιο του Leeds. Εκεί έμεινα και στη συνέχεια για την πραγματοποίηση της διδακτορικής μου έρευνας στο πεδίο της λαϊκής μουσικολογίας».

Τι είναι το «λαϊκό πιάνο»;
Το «λαϊκό πιάνο» είναι ένας χαρακτηρισμός που ακολουθεί τη λογική που χαρακτηρίζουμε και άλλα πράγματα, όχι μόνο στην τέχνη και επιστήμη της μουσικής. Είδη μουσικών, είδη φωνών, αλλά και είδη πολιτικής, είδη φιλοσοφιών κ.λπ. Ο όρος «λαϊκό πιάνο» ξεκαθαρίζει, κατ’ αρχάς, το ρεπερτόριο με το οποίο ασχολείται. Δεν μελετάει, δηλαδή, τον Mozart και τον Brahms, αλλά τον Τσιτσάνη και τον Θεοδωράκη. Μαρτυράει, επίσης, ότι ίσως να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει και μία εναλλακτική τεχνική παιξίματος από αυτήν που χρησιμοποιεί στης κλασικές σπουδές της Δύσης. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν μπορεί να καλλιεργηθεί ως είδος μουσικής τεχνικής από μόνο του γιατί υπήρξα πρώτα κλασικός πιανίστας ο οποίος εξέλιξε την τεχνική του σ’ αυτήν που ονομάζει τεχνική του λαϊκού πιάνου. Για αυτό, όμως, για το οποίο είμαι σίγουρος είναι ότι αν κάποιος επιθυμήσει (είτε δογματικά είτε όχι) να καταπιαστεί μόνο με το λαϊκό πιάνο θα χάσει σίγουρα έναν μουσικό πλούτο χρήσιμο για την καλλιέργεια του μουσικού μυαλού του• τον πλούτο των μουσικών σπουδών της κλασικής Δύσης. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τα μουσικά εκπαιδευτικά συστήματα άλλων χωρών τα οποία έχουν ξεχωριστές σπουδές για παρόμοιες κατηγορίες οργάνων (παράδειγμα, τζαζ κιθάρα), το πιθανότερο είναι να είναι εύκολο να φτιαχτεί ένας ξεχωριστός οδηγός σπουδών και για τα δικά μας.

Μίλησέ μου για τον Τσιτσάνη.
Η έρευνα γύρω από το δισκογραφικό έργο του Τσιτσάνη δείχνει ξεκάθαρα ότι κάτι άλλαξε στο είδος του ονομαζόμενου ρεμπέτικου, μετά την εμφάνισή του εν λόγω συνθέτη. Η εξέταση και αξιολόγηση αυτών των αλλαγών είναι ένα από τα βασικότερα κομμάτια της διδακτορικής μου. Αν θα μπορούσαμε να σταθούμε σε έναν από τους αντίκτυπους της μουσικής του Τσιτσάνη, αυτός θα ήταν το «άνοιγμα» του είδους προς περισσότερες κατευθύνσεις, κοινωνικές ομάδες και τάξεις ανθρώπων. Όσον αφορά τώρα στο έξω-επιστημονικό κομμάτι, δηλαδή το πώς προσωπικά δέχομαι την μουσική του, μπορώ να πω ότι κάνει ακριβώς ότι κάνει οποιοσδήποτε μεγάλος συνθέτης, οποιασδήποτε χώρας και μουσικής κουλτούρας: μιλάει άμεσα στην καρδιά του ακροατηρίου του σε μία γλώσσα την οποία από την μία δεν μπορεί ο ακροατής να εξηγήσει, από την άλλη όμως, νιώθει το πόσο ουσιαστικά και ζεστά του μιλά.

ordoulidis9

Όταν αγαπάς την παράδοση μπλέκεις το σήμερα με το αύριο.
Το σήμερα είναι η παράδοση του αύριο. Οπότε, ένας από τους υποτιθέμενους ρόλους οποιουδήποτε ανθρώπου ασχολείται με τέχνη θα πρέπει να είναι το πώς θα συμβάλει στη δημιουργία μιας παρακαταθήκης για το μέλλον. Η παρακαταθήκη αυτή, με την σειρά της θα συμβάλει στην εξελικτική πρόοδο της κοινωνίας. Όταν ανακαλύπτονται τέτοιου είδους παρακαταθήκες, μπορεί κάποιος να εμπνευστεί από αυτές και να τις μελετήσει ώστε να εκμεταλλευτεί κάθε τι χρήσιμο στις δικές του δημιουργίες. Η δουλειά αυτή, προφανώς, εμπεριέχει κόπο. Αυτόν τον κόπο, κάθε άνθρωπος της τέχνης με συνείδηση τον αναγνωρίζει και είναι μέρος της καθημερινότητάς του.

Έχεις ζήσει στο εξωτερικό. Εκεί τι ξέρουν για το ρεμπέτικο; Τι σου λένε;
Έχω ζήσει στην Αγγλία για τις μεταπτυχιακές μου σπουδές. Εκεί, όπως και σε άλλα μέρη τα οποία επισκεφτήκαμε με διάφορα συγκροτήματα για συναυλίες, το ρεμπέτικο είναι ένα αρκετά γνωστό και, κατά περιπτώσεις, αρκετά δημοφιλές είδος. Και στο κοινό αλλά και κυρίως, στους μουσικούς. Ο ακαδημαϊκός κόσμος του πεδίου της μουσικολογίας στο εξωτερικό είναι, σαφώς, περισσότερο ενημερωμένος για το ρεμπέτικο, μιας και οι έρευνες για αυτό έχουν ξεκινήσει εκεί εδώ και 40 χρόνια. Το παραλληλίζουν, μάλιστα, πολλές φορές με το στυλ των Μπλουζ, κάτι που είναι απόλυτα λογικό, μιας και παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά όπως το γεγονός ότι μιλάμε για δύο μουσικές που στο πρώτο τους στάδιο ήταν μουσικές του περιθωρίου. Αυτό που σίγουρα έχουμε ανάγκη να συμβεί σήμερα, και αυτό γιατί έχουμε καθυστερήσει πολύ, είναι η αναγνώριση από την επίσημη πολιτεία των λαϊκών σπουδών. Με λίγα λόγια –και αρκετά πρόχειρα– να δοθεί το δικαίωμα σε έναν μαθητή να επιλέξει ανάμεσα στην κλασική κιθάρα, την τζαζ κιθάρα, την ροκ κιθάρα και την λαϊκή κιθάρα στις σπουδές του στα ωδεία της χώρας και να λάβει αναγνωρισμένο πτυχίο. Όσο καθυστερεί να γίνει αυτό, δυστυχώς, κρατάμε ζωντανό ένα πολύ σοβαρό εκπαιδευτικό έγκλημα.

ordoulidis14

Πόσο βοηθάει και έχει βοηθήσει όλα αυτά τα χρόνια το ρεμπέτικο στην ψυχολογία του κόσμου;
Το ρεμπέτικο και η αστική λαϊκή τέχνη στο σύνολό της μιλάνε για θέματα της καθημερινότητας, κυρίως της μεσαίας και κατώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό που προσφέρει η λαϊκή τέχνη είναι η δυνατότητα στους ανθρώπους να τραγουδήσουν μία κατάσταση η οποία είναι στην ουσία βγαλμένη μέσα από τις ζωές τους. Τραγουδώντας την κατάσταση αυτή, ή βλέποντάς την ζωγραφισμένη, ή διαβάζοντάς την στην ποίηση, ο άνθρωπος εξωτερικεύει συναισθήματά του. Ενώ αντιλαμβάνομαι πως είναι δύσκολο να φτιαχτεί κάποιος όρος που να περιγράφει το λαϊκό τραγούδι, βρίσκω αρκετά ολοκληρωμένη μία περιγραφή του Χατζιδάκι: «Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να είναι ένα τραγούδι που τραγουδάει ο λαός, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Ο κόσμος τραγουδάει αυτά που του έχουν επιβάλλει οι δίσκοι, οι βιομηχανίες, και τα συνηθίζει. Ακόμη, ο κόσμος διασκεδάζει, δεν αποκαλύπτεται με τα τραγούδια που τραγουδάει κάθε μέρα. Ένα λαϊκό τραγούδι πρέπει να είναι εκείνο το τραγούδι που μας αποκαλύπτει μια στιγμή που δεν ελέγχουμε. Κατά συνέπεια, αυτός που θα το δεχθεί, πρέπει να έχει μια αντίστοιχη προετοιμασία μ’ αυτόν που θα το γράψει».

Τι μουσική ακούς;
Σαν μουσικός ακούω οτιδήποτε βρεθεί μπροστά μου. Άλλωστε, δεν είναι επιτρεπτό να κάνω το αντίθετο, να αποκλείσω, δηλαδή, κάποια μουσική. Αν απαντούσα στην ερώτηση ως μη-μουσικός θα έλεγα πως είμαι χεβιμεταλάς, μιας και παρακολουθώ αυτή τη μουσική από μικρός, τα αγαπημένα μου συγκροτήματα, συναυλίες τους, νέους δίσκους τους κ.λπ. (up the irons!). Αδυνατώ, ίσως και λόγω αντικειμένου ενασχόλησης, να δηλώσω κάποιο είδος σαν πιο αγαπητό από κάποιο άλλο. Ο κόσμος που δεν ασχολείται με τη μουσική, πέραν της ακρόασής της, θα πρέπει να αντιληφθεί τον τρόπο που ένας ο οποίος έχει ρόλο σε αυτήν ακροάται ένα τραγούδι. Πιστεύω πως είναι ακριβώς το ίδιο με έναν αρχιτέκτονα όταν περπατάει μία πλατεία σε σύγκριση με εμένα, για παράδειγμα. Ο μεν βλέπει και αναλύει το τι βλέπει, ο δε απλώς βλέπει.

Κείμενο: Μαίρη Βαμβακά
Φωτογραφίες: Μιχάλης Καψαλός, Ιωσηφίνα, Νίκος Σφίγγος, Βασίλης Τομπάζης

ordoulidis18

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο facebook: https://www.facebook.com/grekamag
Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο instagram: http://instagram.com/grekamag