Ο Antonio είναι γνωστός «τραττοριάκιας» και μεγάλος μάστορας της γεύσης. Πριν από ένα μήνα άνοιξε ξανά το Τutti a tavola, το μικρό μαγαζάκι που είχε ξεκινήσει το ’96 και σέρβιρε πραγματικό ιταλικό φαγητό. Επιτέλους, ένα ιταλό-μποέμ εστιατόριο για τους ξενύχτη0δες της πόλης που τους αρέσει να τρώνε καλά.

Όπου πάει ο Αντόνιο, χρόνια τώρα τρέχω ξοπίσω του λαχανιασμένη γιατί για μένα αποτελεί veramente εγγύηση για ωραίο ιταλικό φαγητό σε προσιτές τιμές. Όταν έφυγε από το Il Postino είχα πέσει σχεδόν σε κατάθλιψη γιατί για μένα Il Postino χωρίς Antonio και Souli να μου φτιάχνει τις καρμπονάρες του δεν υπήρχε.

DSC_9965 DSC_9958 DSC_9952

Ο ίδιος ο Antonio είναι μυθιστορηματική φιγούρα, ένας λαϊκός φιλόσοφος που διαθέτει το ταλέντο του ευ ζην, σε κάνει να νιώθει βασιλιάς και έχεις την αίσθηση ότι δεν είσαι σε τρατορία, αλλά καλεσμένος στο σπίτι του. Έχει το ψώνιο να εξηγεί τι πηγαίνει με τι, να προτείνει κρασιά και, ενώ δεν σε ζαλίζει με κουραστικές πληροφορίες, νιώθεις φεύγοντας ότι έκανες ταχύρρυθμο μάθημα στη γεύση κα εκπαίδευσες τον ουρανίσκο σου.

Τρώμε ένα συκώτι να γλείφεις τα δάχτυλα – και, υπόψιν, εγώ ούτε που το βάζω στο στόμα μου το συκώτι, και τον ανακρίνω.

«Στην Ελλάδα λέμε ο εγκληματίας γυρίζει στον τόπο του εγκλήματος σου λέει κάτι αυτή η φράση;»
«Από εμάς την πήρατε τη φράση». Γελάει. «Φυσικά και την ξέρω και γύρισα πίσω να δω τι άφησα ζωντανό. Έκανα μια μεγάλη γύρα που κράτησε πολλά χρόνια, άνοιξα διάφορα μαγαζιά, ό,τι ζημιά ήταν να κάνω την έκανα αριστερά-δεξιά και τώρα γυρνάω ας πούμε στο σπίτι μου για νοικοκυρεμένα πράγματα».

Ο Ιταλός δεν θέλει να καταπιέζεται, ήρθε στην Ελλάδα γιατί ένιωσε μια εκκεντρική ελευθερία και του άρεσε η μαγεία της Σαντορίνης, έτσι έμεινε στο νησί δέκα χρόνια. «Από τον Απρίλιο τρελαίνομαι, με πιάνει φρίκη κατ’ οίκον, δεν διάλεξα ποτέ την Αθήνα, όμορφη πόλη δεν λέω, αλλά για τον χειμώνα. Διάλεξα την Ελλάδα για το κλίμα γιατί είμαι όλος ‘σπασμένος’, για το φως και τον ήλιο που έχουν τα ελληνικά νησιά. Ποτέ δεν αντιμετώπισα τη δουλειά μου σαν δουλειά, αλλά σαν μεράκι. Μ’ αρέσει να φτιάχνω μαγαζιά και να την κάνω για τα νησιά. Δημιουργικός χειμώνας, αραλίκι το καλοκαίρι».

Το Tutti a tavola το άνοιξαν το ’96 και τους βόλευε γιατί το καλοκαίρι αναγκαστικά έκλειναν, και ο Ιταλός την έκανε για τα νησιά. Η λογική του τότε δεν άλλαξε με αυτή του σήμερα, παραμένει η ίδια. Λίγα τραπέζια, κάτι δηλαδή που το προτιμά αφού θέλει να ’ναι ο ίδιος ο οικοδεσπότης, να μπορεί να έχει σχέση με τον πελάτη και να έχει την ευελιξία να φτιάχνει και πιάτα έξω από τον κατάλογο. «Aν ο άλλος επιθυμεί μια aglio oglio peperocino φυσικά και θα την φτιάξουμε με το μεράκι μας». Οι τιμές παρόλο που το περιβάλλον μοιάζει κυριλέ είναι τιμές μαζεμένες.

Τον ρωτάω αν είναι τρατορία ή ρεστοράν «Η τρατορία μπορεί να έχει ό,τι επίπεδο θες, από κουτούκι μέχρι υψηλή γαστρονομία, αυτό που την κάνει τρατορία είναι ότι ασχολείται με παραδοσιακές συνταγές κλασικές ιταλικές συνταγές, δεν θα δεις nouvelle cuisine ούτε πειραματισμούς με μοριακή κουζίνα, εκεί πάμε πια σε άλλη κατηγορία. Οπότε φυσικά και είναι τρατορία».

«Και με τα κρασιά που είναι η τρέλα σου, τι έχεις κάνει εδώ;».
«Συνεχίζω με το κρασί που είχα και στο Ιl Postino με τον Στέλιο Λογοθέτη που ’ναι καλός μάστορας στα κρασιά. Το ογδόντα τοις εκατό της πελατείας πίνει αυτό το κρασί, καθαρό, ωραίο, οικονομικό, όσο και να πιεις δεν κάνεις κεφάλι. Έχω και κάποια ιταλικά κρασιά. Έχω κόψει τα απλά κρασιά και έχω λίγο πιο ψαγμένα αλλά και πιο τσιμπημένα στις τιμές για αυτούς που τους αρέσουν και το αντέχει και η τσέπη τους.

DSC_9966 DSC_9972 DSC_9982 DSC_9992

«Καλύτερα τα ελληνικά ή τα ιταλικά κρασιά;» τον ρωτάω για να δω αν έχει υπερισχύσει η Ελλάδα μέσα του. «Υπάρχει ένα ζήτημα στα μεσογειακά κρασιά -μην πω ελληνικά, ο καθένα έχει φτιάξει το δικό του οινοποιείο και προσπαθεί να κάνει καλύτερο κρασί από του γείτονα, οπότε κάθε μικρός οινοποιός προσπαθεί πολύ και κάνει πειραματισμούς. Νομίζω όμως ότι δεν τους βγαίνουν, το «πειράζουν» το κρασί και θεωρώ ότι αρκετά καλά κρασιά για μένα είναι πειραγμένα. Τα ιταλικά το ογδόντα της εκατό είναι από μια ποικιλία, το σταφύλι έχει καλή επεξεργασία, η δουλειά γίνεται στο σταφύλι και όχι στα αρωματικά που θα βάλουν μέσα. Και είναι και παράλογα ακριβά κάποια ελληνικά κρασιά. Νομίζω ότι το ιταλικό κρασί είναι καλύτερο, όμως το ελληνικό λάδι είναι αξεπέραστο και είναι κρίμα που δεν το προωθείτε καλά. Κάτι γίνεται τα τελευταία χρόνια, αλλά είναι κρίμα να νομίζουν κάποιοι ότι είναι ιταλικό».

Τον ρωτάω αν του αρέσει να τρώει ελληνικά φαγητά και πού τρώει στην Αθήνα. «Τρώω σε ταβερνάκια, σε κουτούκια. Μου αρέσουν οι απλές γεύσεις, ένα ψαράκι στη σχάρα, ας πούμε, με χόρτα. Ο αγαπημένους μου είναι ο Κίτσουλας στο Χαλάνδρι για μαγειρευτά. Στην Μπενάκη τρώω στη Μυτιλήνη, ωραία ψαροκατάσταση. Και μ’ αρέσει να τρώω το ψάρι μου φυσικά στη θάλασσα, προς το Σούνιο, στον Λάμπρο.

«Εστιατόρια τύπου Σπονδή δεν σ’ αρέσουν που έχουν και αστέρια Μισελέν;». «Εντάξει, έχω πάει, ωραίες είναι οι γεύσεις, μα δεν μου αρέσει η ατμόσφαιρα. Στα ακριβά μαγαζιά και όχι μόνο εδώ, διεθνώς, υπάρχει αυτή η επιτήδευση στους τρόπους, στην ατμόσφαιρα. Σκέφτομαι τόσα λεφτά δίνεις, θα πρέπει να ναι όλοι γυμνοί, οι σερβιτόροι θα έπρεπε να χαμογελάνε μέχρι τα αυτιά. Είναι όλοι σαν να κατάπιαν μπαστούνι, τόσο σοβαροί που είναι σαν γύρισαν από κηδεία. Τρως και κοιτάς είναι δίπλα σου ο τάδε, ο έτσι και ο αλλιώς. Δεν μιλάει ο κόσμος στα τραπέζια, τρως και έχεις το σαβουάρ βιβρ στο κεφάλι σου, μην ξεχαστείς και χαλαρώσεις. Εγώ στο τραπέζι και στο κρεβάτι θέλω να κάνω θόρυβο, να το απολαμβάνω. Μου άρεσε πολύ κάποτε και το 48, αξεπέραστη αισθητική. Μ’ αρέσει ακόμα να κάθομαι στη μπάρα στο μπαρ να πιω, να τσιμπήσω κάτι, να μην βλέπω τι γίνεται στα γύρω τραπέζια». Ο Antonio μου σερβίρει ο ίδιος την καρμπονάρα-κορυφή δια χειρός Souli (ο ίδιος μάγειρας που τον ακολουθεί χρόνια) και εκεί τα λόγια σταματάνε γιατί ακόμα και η γεύση μερικές φορές σε κάνει να νιώθει ότι γύρισες σπίτι σου, ή, τέλος πάντων, βρήκα ξανά το στέκι μου που το είχα χάσει για καιρό.

DSC_9999DSC_0004 DSC_0014DSC_0034DSC_0055DSC_0049DSC_0072 DSC_0091 DSC_0113

Τutti a tavola, Σπευσίπου 8, τηλ 2107222785, Καθημερινές 7 – 130 πμ, Σάββατο-Κυριακή και μεσημέρι.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη
Φωτογραφίες: Θανάσης Καρατζάς