Τον Ντέμη Ρούσσο δεν τον ήξερα. Ούτε τον είχα ακούσει ποτέ. Βασικά, όταν έκανε καριέρα δεν είχα καν γεννηθεί. Όταν λοιπόν μου είπαν να καλύψω την κηδεία του, δεν σκεφτόμουν τον Ντέμη Ρούσσο αλλά το γεγονός ότι θα «παρακολουθήσω» την πρώτη μου κηδεία. Ούτε σε κηδεία είχε τύχει να ξαναπάω ποτέ.

Η ώρα είναι έντεκα και μισή και ανεβαίνουμε την οδό Αναπαύσεως. Μια κυρία με κόκκινο φρεσκοβαμμένο μαλλί, γούνα, μπότες και την γάμπα έξω μας ρωτάει αν πάμε και εμείς στην κηδεία. Είναι κάτοικος Παγκρατίου και απ’ ό,τι φαίνεται, πηγαίνει σε κάθε «διάσημη» κηδεία του Α’ Νεκροταφείου. Στην είσοδο μας υποδέχεται μια μαύρη γάτα και ένα άσπρο σκυλί. Δυο κυρίες με σπρώχνουν για να περάσουν. Έχουν ρώσικη προφορά και αναρωτιούνται πού να είναι η σωρός του. Λίγο πιο πέρα στέκονται μια παρέα παππούδες της γειτονιάς, ψαρομάλληδες τραγουδιστές των’ 60s [ή των ’70s;], ο ποιητής Δημήτρης Ιατρόπουλος και τα κλασικά «κοράκια» των τηλεοπτικών σταθμών που παλεύουν για μια δήλωση. Εκείνη την στιγμή συνειδητοποιώ η φωτογράφος κι εγώ ότι είμαστε οι πιο μικροί σε ηλικία. Το μάτι μου παίρνει τον Κώστα Πρέκα. Μας ποζάρει και λέει: «Εμένα οι δημοσιογράφοι δεν με βάζουν. Είμαι το κόκκινο πανί». Προχωράμε προς τα έξω. Παντού κινούνται δημοσιογράφοι και φωτογράφοι –κυρίως Έλληνες και Γάλλοι- και βάζουν μέχρι και τρικλοποδιές για να προλάβουν μια λήψη του Αλιάγα, του Πασχάλη και του Ψινάκη που μπαίνουν στο κοιμητήριο βιαστικά, ντυμένοι στα μαύρα, με μεγάλα μαύρα γυαλιά και πολύ make-up.

rous_18 rous_17 rous_16 rous_15 rous_14 rous_13 rous_12 rous_11 rous_10 rous_9 rous_8 rous_7 rous_6 rous_5 rous_4 rous_3 rous_2 rous_1 rous

Μια παρέα παλιών ροκάδων γελάνε, αγκαλιάζονται. Θυμάμαι τις λαογραφικές αναλύσεις που γράφουν ότι η κηδεία είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο με περισσότερο γέλιο παρά κλάμα. Στην συγκεκριμένη κηδεία βέβαια περισσότερο και από το γέλιο και από το κλάμα ήταν ο ήχος του κλικ και το θράσος των φωτογράφων. «Δεν έχει έρθει κόσμος ρε μαλάκα, τι να ’ρθουν να κάνουν» λένε δυο δημοσιογράφοι με τα μικρόφωνα στο χέρι και εγώ μένω να κοιτάω την χήρα του Ντέμη. Η κυρία Ρούσσου είναι -μέσα στο θρήνο της- περιτριγυρισμένη από φωτογράφους και cameramen. Δεν παύει όμως να είναι η πιο σικ χήρα που έχω δει. Φοράει μαύρο καπέλο, μαύρα γυαλιά, καφέ παλτό, καφέ καλσόν, λιτά τακουνάκια, κρατάει μια κλασσική Chanel και μέσα από το παλτό της αχνοφαίνεται ένα navy πουκάμισο με χρυσά κουμπιά. Η κυρία Ρούσσου κλαίει διακριτικά και γενικά όλη η οικογένεια εκπέμπει μια ευρωπαϊκή διακριτικότητα.

Παλιοί fans δεν έχουν έρθει. Υποθέτω ότι οι περισσότεροι έχουν γίνει δημόσιοι υπάλληλοι. Μόνο κάτι γαλλίδες και κάτι ρώσοι φαίνεται να είναι fans και μοιάζουν για πρώην χίπις. Την εντύπωση κλέβει ξαφνικά μια πλαστικοποιημένη ξανθιά κυρία με τον σύζυγό της. Την έκφρασή της δεν μπορώ να την κωδικοποιήσω –πιθανότατα από τα πολλά μπότοξ. Κρατάει ένα λευκό μπουκέτο, προσπαθεί να αποφύγει τους φωτογράφους αλλά δεν τα καταφέρνει.

Κάθομαι στα σκαλάκια της εκκλησίας. Παρατηρώ τους απλούς ανθρώπους που έχουν έρθει να αποχαιρετίσουν τον Ντέμη. «Αυτός ο αχτένιστος ποιος είναι;» λέει ο παππούς στην γιαγιά και της δείχνει έναν γάλλο φωτογράφο. «Έλα κάτσε στο σκαλάκι όπως η κοπέλα» συνεχίζει ο παππούς. «Έλα ανόητε που θα κάτσω στο παγωμένο μάρμαρο» του λέει η γιαγιά και δεν μπορώ να κρατήσω τα γέλια μου.

Η Βικτώρια Χαλκίτη, ο Ανδρέας Κωνσταντινίδης και ο Δήμος Αναστασιάδης είναι εκεί, κλαίνε σιωπηλά και είναι προφανές ότι δεν έχουν έρθει για τα φλας. Η Μαρίζα Κωχ, ο Λάκης Παπαδόπουλος πάνε όσο γίνεται πιο πίσω για να αποφύγουν τους μανιασμένους φωτογράφους και αυτή την μια δήλωση.

Στεφάνια έχουν αφήσει η Minos EMI, η Lucian Grainge, η οικογένεια Βαρδινογιάννη, η πρεσβεία της Γαλλίας, η πρόεδρος της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου, ο Δάκης με αφιέρωση «στον λατρευτό εξάδερφο», ο πρέσβης της Αιγύπτου.

rous_19 demis roussos-16 demis roussos-15 demis roussos-14 demis roussos-13 demis roussos-12 demis roussos-11 demis roussos-10 demis roussos-09 demis roussos-08 demis roussos-07 demis roussos-06 demis roussos-05 demis roussos-04 demis roussos-03 demis roussos-02 demis roussos-01

Ένας παλιός ερασμίτης που είχαμε στην σχολή μπαίνει στο νεκροταφείο και τραβάει φωτογραφίες. Υποθέτω ότι ούτε εκείνος είχε ακούσει ποτέ το «Forever and Ever». Ένας παππούς με πλησιάζει, μου δίνει το κινητό του και μου λέει: «Βρες τον Κρούγκερ και πάτα το πράσινο γιατί δεν βλέπω». Τον βοηθάω βιαστικά και γυρνάω στην εκκλησία. Πίσω στο πλήθος διακρίνω τον Τέρενς Κουίκ και τον Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Όσοι βγαίνουν έχουν κόκκινες μύτες και κρατούν χαρτομάντιλα. Έχω συγκινηθεί κάπως αλλά οι φωτογράφοι που δεν σταματούν λεπτό για να βγάλουν αυτή την δακρύβρεχτη λήψη που θα αφήσει εποχή –δυο μέρες δημοσιότητας δηλαδή- με επαναφέρουν σύντομα στην πραγματικότητα. Στέκονται εκεί για δεκαπέντε λεπτά και φωτογραφίζουν την κάθε στιγμή μια οικογένειας που θρηνεί. Μια κυρία φωνάζει με κάθε δίκιο «Δεν μπορούμε να κηδέψουμε τον άνθρωπο, κάθεστε εκεί τόση ώρα. Δεν είναι τρομερό;».

Ο κόσμος χειροκροτά, μερικοί φωνάζουν «Αθάνατος» και τρεις γιαγιάδες λένε «Πάει και ο Ντέμης», «Τον Ντέμη τον κακομοίρη», «Ωραία αυτά που φοράς σήμερα χρυσή μου». Και εκεί ξεκινά η νεκρώσιμος ακολουθία. Φυσικά δεν φωτογραφίσαμε την ταφή. Οπότε κάπως έτσι τελείωσε η εμπειρία της πρώτης μου κηδείας.

Rest in peace Demis.

Κείμενο: Μαίρη Βαμβακά

demis roussos-17 IMG_5570 FullSizeRender FullSizeRender(1)

Goodbye Aphrodite’s Child.

Η συντάκτρια Τζούλη Αγοράκη αποφασίζει για λόγους που ούτε η ίδια μπορεί να εξηγήσει να πάει στη κηδεία του Ντέμη Ρούσου φορώντας πλερέζα.

Ήταν πολλές οι φορές που προσπάθησα να κάνω συνέντευξη στο Ντέμη Ρούσσο, όμως όλες απέτυχαν. Κάποια στιγμή κανονίστηκε ραντεβού και θα τον συναντούσα στη Μεγάλη Βρετανία, όμως την τελευταία στιγμή, ακριβώς στο παραπέντε, ακυρώθηκε. Είχα μάλιστα σκεφτεί να τον παρακαλέσω να καθίσω στα γόνατα του, ήλπιζα να φοράει κελεμπία δεν θα με ταχτάριζε ακριβώς, αλλά εγώ θα ήμουν στα γόνατα του.

Εντάξει, δεν με λες φαν, αλλά πολύ μ’ αρέσουν κάποια τραγούδια του, η φωνή του είναι καθησυχαστική και μ’ άρεσε σε όλα του αυτός ο εκκεντρικός Αλεξανδρινός. Μ’ άρεσε που ήταν απρόσιτος αλλά έβγαζε και ένα βιβλίο με συμβουλές για δίαιτα, μ’ άρεσαν οι κελεμπίες του, έτσι με τα πολλά τα κιλά του που τα έχανε, τα ξαναέπαιρνε, σηκωνόταν και έπεφτε στην κατάθλιψη, αλλά πάντα τραγουδούσε με το πολύ ωραίο του ηχόχρωμα και ήταν και διεθνής. Πούλησε έναν σκασμό δίσκους, συνεργάστηκε με καλλιτεχνάρες και έζησε μια ζωή με αναγνώριση και επιτυχίες δημιουργώντας έναν θρύλο.

Και επειδή δεν τυχαίνει να πεθαίνει δίπλα σου κάθε μέρα ένας θρύλος, κάτι με έπιασε να πάω στη κηδεία του. Άκου τώρα. Ξεσκόνισα το καπέλο με βέλο της προγιαγιάς μου και είπα να το φορέσω για την περίσταση, γιατί πού αλλού να βάλεις την σικ πλερέζα αν όχι στο θάνατο ενός ανθρώπου που με το Shadow του σε είχε βάλει πολλές φορές να ξεσπάσεις σε λυγμούς (έφταιγε βέβαια και ο χωρισμός). Αλλά δεν τα πολυψάχνω, έχω ακούσει τόσες φορές και με ακουστικά τα τραγούδια του σε κάποιες σιωπηλές νύχτες που είναι σαν ο Ντέμης να έχει ψιθυρίσει μέσα στο κεφάλι μου. Χωρίς πολλή σκέψη, να ’μαι στο Α΄ Νεκροταφείο.

Πρώτη έκπληξη: με το που μπαίνω στο νεκροταφείο, αρχίζουν οι φωτογράφοι κυρίως από τα ξένα πρακτορεία να με βγάζουν πάρα πολλές φωτογραφίες. Αρχικά σκέφτομαι ότι θα έφταιγε το εκκεντρικό του πράγματος, αλλά από την άλλη δεν φορούσε φτερά και πούπουλα και πούλιες. Δεν το ανέλυσα περισσότερο, λίγο όμως αργότερα πια και μέσα στην εκκλησία, κάποιοι με συλλυπούνται πάντα στα γαλλικά. «Βρε, μπας να περνούν για συγγενή;» σκέφτομαι και μια άγνωστη κυρία με αγκαλιάζει συντετριμμένη. «Να δεις, θα με νομίζουν για συγγενή» σκέφτομαι και από απέναντι ο Αλιάγας μού κουνάει το κεφάλι σε ένδειξη πένθους, αναγνώρισης, κάτι τέτοιο με συντριβή. Δεν είμαι καν λυπημένη. Δεν είμαι χαρούμενη, φυσικά, που πέθανε ο άνθρωπος, άλλα τι είναι τώρα αυτό που μου συμβαίνει;

Γίνεται ο κακός χαμός από φωτογράφους, τρέχουν και πατάνε πάνω στα μνήματα προκειμένου να σταθούν ψηλά και να έχουν πανοραμική θέα. Βαδίζουμε όλοι μαζί. Είμαι σαστισμένη γιατί θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι μόνο η οικογένεια εκεί και οι πραγματικά δικοί του άνθρωποι και όχι όλοι εμείς εκεί οι παρατρεχάμενοι που πασαλείβουμε τον θάνατό του ο καθένας για δικούς του λόγους ματαιοδοξίας. Βγάζω αηδιασμένη το καπέλο με το βέλο (κάνει και ομοιοκαταληξία). Δεύτερη έκπληξη: και χωρίς το καπέλο συνεχίζει ο κόσμος να μου δίνει συλλυπητήρια. Τρίτη έκπληξη: η σωρός βγαίνει με χειροκροτήματα, όλοι μου λένε «Condoleances» -στο λεξικό βλέπω ότι σημαίνει συλλυπητήρια, λέω «MERCI». Ο ένας μετά τον άλλον μου δίνουν χειραψία γιατί είναι και πολλοί Γάλλοι στη κηδεία. Λογικό, τόσα χρόνια έζησε ο άνθρωπος στη Γαλλία. Περπατάμε δίπλα σε κάποιον που ήμουν σίγουρη ότι ήταν ο μεγάλος Βαγγέλη Παπαθανασίου [δεν ήταν τελικά] που κρατάει την συντετριμμένη χήρα. Τέταρτη έκπληξη: Ενώ κοντοστέκομαι να περάσει μπροστά η οικογένεια, μια κυρία με σπρώχνει να πάω μπροστά. «Πήγαινε κορίτσι μου να σταθείς δυνατή», μου λέει. Ακολουθώ σαν υπνωτισμένη και δεν ξέρω πώς να το διαχειριστώ όλο αυτό.

Το κοράκι που έχει στον ώμο του τον Ντέμη μου κλείνει μάτι τύπου κόρτε. Τα ’χω πια χαμένα. Περνάω μπροστά για να τα αποφύγω όλα αυτά τα οικογενειακά, αλλά κάτι παράδοξο με κυνηγάει σ’ αυτή την κηδεία. Κοντοστέκομαι σε ένα μνήμα να ξαποστάσω και πριν το καταλάβω φέρνουν τη σωρό και την ακουμπάνε σχεδόν στα πόδια μου. Σε χρόνο ντετέ ανοίγουν το φέρετρο και ο γλυκός Ντέμης της καρδιάς μου είναι χλωμός και εντελώς πεθαμένος. Βγάζω αυτόματο μικρό σπαραγμό από το «σοκ» γιατί δεν περίμενα ούτε να ανοίξουν το φέρετρο, ούτε εγώ να είμαι σε απόσταση αναπνοής, πιο κοντά από τη γυναικά και τα παιδιά του. Εκεί πια περνιέμαι για Ρούσσου και οι χαιρετούρες οι συλλυπητήριες δίνουν και παίρνουν. Ντρέπομαι να τους πω ότι κάνετε λάθος. Και εκείνη την ώρα η γυναίκα του σπαράζει «I love Demis, we lived for ever for us» και με πιάνει μια μαύρη θλίψη.

Τα παιδιά του (τα πραγματικά, όχι εγώ) είναι δύο. Το ένα που του μοιάζει, κι ένα άλλο αγόρι όμορφο και ντελικάτο. Δεν ξέρω τι να πω, έχει πάρα πολύ κόσμο το μισό έντεχνο: Μαρίζα Κωχ κάποια που την λες και Φαραντουρη, Ψινάκηδες και πολλοί σωσίες Ντέμης Ρούσσος. Βλέπω τουλάχιστον πέντε που του μοιάζουν ή έχω παραισθήσεις; Αίφνης, με πιάνει μια ψυχική ναυτία, το μέσα μου διαμαρτύρεται για αυτό το πρωινό δράμα χωρίς αντίκρισμα. Περπατάω ξεκούρδιστα και κάνω στάση στην κόρη Αφεντούλη. Χρόνια τώρα της έχω αδυναμία, είναι η κοιμωμένη, υπέφερε από έρωτα, πέθανε για τον έρωτα νέα, ο θάνατός της τρέλανε τον Χαλεπά αλλά έφτιαξε και ένα αριστούργημα. Δεν πίνω ούτε καφέ, ούτε κονιάκ, σκέφτομαι ότι όλοι θα πέσουν πάνω μου και θα με συλλυπούνται με χαιρετούρες και με πιάνει το φευγιό μου. Βγαίνοντας, πέφτω πάνω σε κάποιον που νόμισα ότι ήταν ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Του πιάνω αψυχολόγητα το μπράτσο και του λέω είμαι τεράστια φαν, σας αγαπώ. Μου χαμογελάει αμήχανα. Αίσχος μου, θέλω να με καταπιεί η γη. Είμαι μεγάλη φαν; Σας αγαπώ; Τίποτα δεν ισχύει. Ντροπή μου. Ξαναβάζω την πλερέζα να κρυφτώ.

Στο αυτοκίνητο βάζω στη διαπασών For ever and ever και τα διαγράφω όλα. Ο Demis δεν πέθανε.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη

demis roussos-31 demis roussos-30 demis roussos-29 demis roussos-28 demis roussos-27 demis roussos-26 demis roussos-25 demis roussos-24 demis roussos-23 demis roussos-22 demis roussos-21 demis roussos-20 demis roussos-19 demis roussos-18