Η Ζανέτ Καπούγια έκανε μεγάλη επιτυχία στο τραγούδι στη  δεκαετία του ογδόντα. Κατάγεται από την Ουρουγάη, πέρασε τα εφηβικά της χρόνια στην Αργεντινή και ήταν κάτι σαν παιδί-θαύμα στο τραγούδι. Στα 19 της κερδίζει ένα διαγωνισμό για τραγούδι στη Χιλή και από εκεί εγκαθίσταται στο Λος Άντζελες  με  τα όνειρα  να την περιμένουν φωταγωγημένα. Γνωρίζει όμως μια παρέα Ελλήνων και τραγουδάει με την κιθάρα της Θεοδωράκη. Το ένα έφερε το άλλο, ήρθε στην Ελλάδα για λίγες εμφανίσεις και αυτό ήταν. O ποδόγυρός της σκάλωσε στο αττικό φως και εγκαταστάθηκε πριν ακόμα το καταλάβει στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα. Ξεκίνησε να τραγουδά σε μια μπουάτ με την κιθάρα της και σύντομα  ο κόσμος την αγάπησε σαν φρούτο εξωτικό και η φωνή της έγινε  ορόσημο λαγνείας και λατινοαμερικάνικου παροξυσμού. Τι να την κάνεις την Αργεντινή όταν έχεις τη Λατίνα σου εδώ; Όπως όμως όλοι οι μύθοι, η Ζανέτ μια μέρα εξαφανίστηκε.

Που πήγε η Ζανέτ Καπούγια; Έτζασε τα τιραχά;

Τα σενάρια ήταν πολλά. Κάνει αγιογραφίες κάπου στην πλατεία Βικτωρίας; Γύρισε στην Αργεντινή; Κάνει καριέρα στο Λος Άντζελες; Και καθώς εκείνη δεν έδινε σημάδια, έμεινε στην άκρη εκεί στα 80s και τις βάτες και στις φωσφοριζέ γκέτες. Με αφορμή όμως τη στήλη, και επειδή η Ζανέτ είναι η ιέρεια του strange fruit, αρχίσαμε να την αποζητούμε. Ουδείς όμως δεν γνώριζε  την τύχη της Λατίνας και το θέμα έπαιρνε διαστάσεις Νικολούλη, -ευτυχώς έβαλε το χέρι του ο Μποσκοΐτης και κλείσαμε την συνέντευξη στο σπίτι της στο Παγκράτι. Τη συνάντησα με παιδική λαχτάρα. Φρεσκαρίστηκα, φόρεσα τα καλά μου (και καθαρό εσώρουχο) και πήγα στο σπίτι της με τζοκόντες. Και όλα ήταν  σωστά. Εκείνη που διατηρεί χάρη και τσαχπινιά και έχει μέσα της ηφαίστεια που δεν κοιμήθηκαν. Ένα σπίτι με έντονα χρώματα (πάνω από μισή ώρα παθαίνεις ζάλη). Είναι μικρόσωμη είναι αεικίνητη, έχει σώμα που θα ζήλευε τριαντάρα. Μου μιλάει σαν χείμαρρος, σαν να την ξύπνησα από μεγάλη σιωπή. Μου μιλάει κυρίως για τον έρωτα  (τι άλλο;), τους άντρες που την ταλαιπώρησαν και μου μαθαίνει και κάποια βήματα ταγκό, ενώ μπουκώνομαι με σπιτική τυρόπιτα.

Τι θέλουν οι άντρές Ζανέτ, κατέληξες;
Ό,τι θέλουμε και εμείς, αγάπη. Είναι απλοί οι άντρες. Εμείς τους κάνουμε πολύπλοκους

Πώς  γίνεται  ένας άντρας πολύπλοκος;
Κάνει πολύ παρέα με γυναίκες, ή μπαίνει βαθιά στη γυναικεία φύση.  Όσο πιο πολύ προσπαθεί ένας άντρας να κατανοήσει τις γυναίκες, τόσο πιο πολύ μπερδεύεται. Ενώ αυτός που τις αγαπάει πραγματικά, τις αγαπάει μέσα από αυτή την γοητευτική ασάφεια.

Τι λάθος έκανες με τον άντρες;
Έχανα τα όριά μου. Τους έδινα πιο πολλά από όσα ζητούσαν. Με τον καιρό ξεχνούσαν και εκείνοι να ζητήσουν και θεωρούσαν δεδομένο  ότι η Ζανέτ θα δίνει. Θύμωνα γι’ αυτό, μέχρι που κατάλαβα ότι εγώ το προκαλούσα.

Σε πλησίαζαν εύκολα οι άντρες;
Όχι καθόλου. Με θεωρούσαν πολύ Ζανέτ Καπούγια, με έβαζαν σε ένα βάθρο, έλεγαν θα φάω τα μούτρα μου. Μόλις όμως με γνώριζαν, τους έφευγε αμέσως η κόμπλα, έβλεπαν ότι δεν ήμουν απ’ αυτές τις γυναίκες δηλητήριο.

Τι γυναίκα είσαι, δηλαδή, εσύ;
Απλή, από αυτές που τα δίνουν όλα χωρίς φόβο και προσαρμοστική.  Στις πέτρες να με βάλει να κοιμηθώ ο άντρας που αγαπώ θα κοιμηθώ. Αφού μπορεί εκείνος, θα μάθω να μπορώ και εγώ

Δεν αισθάνθηκες ποτέ sex symbol;
Σιγά, δεν ήμουν και η Μονρόε! Εντάξει, ήμουν ένα χαριτωμένο πακετάκι. Γουστόζικο μουτράκι, σωματάκι καλό, ωραία φωνή. Μέχρι εκεί. Ήμουν όμως ειλικρινής, δεν το έπαιξα κάτι που δεν είμαι, δεν  πούλαγα σταριλίκι, αυτό νομίζω γράφει πάνω σου. Και το σεξ απίλ από τη συμφιλίωση πηγάζει και από τη σιγουριά.

Δεν ήσουν ούτε κοκέτα;
Όχι, καθόλου, τα βαριόμουν όλα αυτά. Ούτε λούσα έκανα ποτέ, ούτε υπερβολές. Το ανάποδο. Και δεν δένομαι με τίποτα, δεν έχω κρατήσει ούτε ένα φόρεμα από εκείνα τα χρόνια.

Οι άντρες όμως σε έβλεπαν σαν αντικείμενο πόθου;
Οι άντρες έρχονται για αυτό που βλέπουν αρχικά, αλλά αν μετά η γυναίκα δεν τους “παίξει”, χάνουν γρήγορα τον αρχικό ενθουσιασμό.

Τι σε ταλαιπώρησε στους άντρες;
Οι επιλογές μου. Δεν έφταιγαν εκείνοι, εγώ ήθελα μέσα από αυτή την εμπειρία να μάθω το μάθημά μου ξανά και ξανά από την αρχή.

Και το έμαθες;
Ναι, ξεχώρισα τον έρωτα από την ταλαιπωρία. Εκατό άντρες να έβλεπα κάπου μαζεμένους, εγώ θα διάλεγα τον πιο προβληματικό. Φυσικά αυτό δεν γίνεται τυχαία, θέλει πολύ εκπαιδευμένη ματιά για  να βρεις τον ζαβό.  Όμως,  εγώ έψαχνα τον δήμιό μου και τον έβρισκα.

Μετανιώνεις για κάτι;
Όχι, ούτε μετανιώνω, ούτε είμαι ο άνθρωπος που αυτομαστιγώνομαι. Ακόμα και ο χειρότερος έρωτας, δώρο είναι. Σε  κάνει πιο πλούσια, σου δίνει χίλια καλά πράγματα, συγκινήσεις, αναμονή. Αυτή η απόγνωση του έρωτα είναι και λίγο εθιστική, νιώθεις και ζωντανή μέσα στη μεγάλη παγωνιά.

Η  ματαίωση δεν έχει απογοήτευση;
Φυσικά και έχει και ο έρωτας πονάει πολύ, ειδικά εκεί στο τέλος του, όταν εσύ ακόμα ελπίζεις και ο άλλος έχει φύγει. Όμως, αυτός ο πόνος είναι και παράσημο. Δεν μπορείς να λες κοίτα πώς ξοδεύτηκα. Μόνο αν βλέπεις τη ζωή σαν ξόδεμα, σαν σπάταλη, βάζεις και τον έρωτα στο ίδιο μίζερο παρονομαστή. Λες θα περάσει και αυτό και συνεχίζεις, και πάντα περνάει

Πιστεύεις στον ιδανικό γάμο; Στις ιδανικές σχέσεις;
Είναι παράξενες οι σχέσεις, είναι σαν να με ρωτάς αν υπάρχει  ιδανικός άνθρωπος. Είσαι με έναν σύντροφο δεκαπέντε χρόνια και μια μέρα τον βλέπεις και είναι ένας ξένος. Χωρίζετε και λες «ποιος είναι τώρα αυτός»; Τον συναντάς στο δρόμο και αλλάζετε πεζοδρόμια.

Τα χαστούκια του έρωτα δεν κάνουν τον άνθρωπο πιο κυνικό στο συναίσθημα;
Εξαρτάται από το τι άνθρωπος είσαι. Δεν άφησα ποτέ και για κανέναν λόγο την αθωότητά μου να τσαλαπατηθεί από κανέναν και  δεν μπήκα ποτέ σε μια καινούργια σχέση πλαστικοποιημένη για να μην βραχώ. Δεν  έχασα ποτέ την πίστη μου στον ίδιο τον έρωτα. Τουναντίον, όσο πιο πολύ απογοητευόμουν, τόσο επέστρεφα με μεγαλύτερη θέρμη και αναζητούσα έναν έρωτα περισσότερο ιδανικό και λιγότερο ανάξιο.

Τη ζωή πώς την αντιμετωπίζεις;
Σαν ευλογία. Ήρθα στη ζωή για να αγαπήσω και να αγαπηθώ. Οπότε, αποστολή εξετελέσθει, ακόμα και αν χρειάστηκε να πάρω τους δρόμους πολλές φορές και να ξεκινήσω από το μηδέν.

Και πώς είναι όταν φτάνεις στο μηδέν;
Τεράστια ανακούφιση έχει ο πάτος, γιατί όταν τα έχεις χάσει όλα δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Είναι ακριβώς η στιγμή να αφεθείς.

Σαν αυτό που έλεγε ο Καζαντζάκης: «Δεν περιμένω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι ελεύθερος;».
Το μηδέν έχει ελευθερία. Αν δεν φοβηθείς την αβεβαιότητα, τότε είσαι ελεύθερος. Ζωές και ζωές περνούν και ξοδεύονται και είναι  δεμένες μέσα στην πλασματική σιγουριά. Στον φόβο. Η Ζανέτ, λοιπόν, δεν φοβόταν ποτέ να μηδενίζει το κοντέρ. Και όταν φοβόμουν, έκανα σαν να μην φοβάμαι και ξεχνούσα τον φόβο.

Πώς καταλαβαίνεις ότι αγαπάς έναν άντρα;
Από τις λεπτομέρειες. Μ’ αρέσει η μυρωδιά του, αυτά που λέει, πώς τρώει, πώς σηκώνεται από το κρεβάτι, ο τρόπος που με αγαλιάζει πριν φύγει για δουλεία. Ναι, αυτές οι λεπτομέρειες είναι που θριαμβεύουν και κάνουν τον έρωτα αγάπη και η αγάπη δεν είναι μόνο η έλξη και σεξ, είναι να πονάς και να μην πληγώνεις τον άλλον, να φροντίζεις να μην του κλείνεις το δρόμο με τον ίσκιο σου. Να μην του στερείς την ελευθερία, που είναι το πιο όμορφο πράγμα στην ύπαρξη.

Από πoια πλευρά κοιμάσαι στο κρεβάτι;
Από δεξιά, αλλά αφήνω τον άντρα να διαλέγει πλευρά.

Ποια  ερωτική έκπτωση δεν χρειάστηκε να κάνεις ποτέ;
Ποτέ δεν είπα ψέματα, δεν μπορώ τα σύννεφα που αφήνει ένα ψέμα. Γιατί για να πρέπει να πω ψέμα, πάει να πει ότι δεν σε εκτιμώ, και αν δεν σε εκτιμώ έχει πάει περίπατο το όλο πράγμα. Είμαι ειλικρινής και ας χτυπούσα νεύρο. Το ίδιο ζητάω και από τους άλλους, με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που μπορεί να φέρει η  αλήθεια.

Υπάρχουν όμως και τα κατά συνθήκη ψεύδη; Τα ψέματα που  χρησιμοποιούμε για να  μην πληγώσουμε τον άλλο;
Ανοησίες, μας βολεύει να τα λέμε έτσι, μαθαίνουμε τους ανθρώπους  να λένε ψεματάκια και μάλιστα τους αθωώνουμε για αυτό. Μπορεί να πονάει η αλήθεια, άλλα λυτρώνει κιόλας. Το ψέμα μουδιάζει και καθηλώνει. Δεν υπάρχει μισή αλήθεια, υπάρχει μόνο η αλήθεια.

Και πώς ξέρεις ότι ήρθε η ώρα να πεις την αλήθεια σου και να  αποχωρήσεις;
Υπήρχε μέσα μου μια σύνδεση με το φως. Δεν μπορώ να είμαι σε σκοτεινές καταστάσεις (τουλάχιστον για καιρό) και έτσι μου κάνω μια απλή ερώτηση, που είναι όμως πολύ βοηθητική: «Τώρα Ζανέτ νιώθεις καλά;». Όταν δεν είμαι καλά, η πυξίδα μου μού δείχνει να  αλλάξω κατεύθυνση.

Αυτή η ίδια πυξίδα σε έβαλε να τερματίσεις την καριέρα σου στο τραγούδι, εκεί πάνω στην μεγάλη σου επιτυχία; Και μας άφησες όλους εμάς τους «φαν» σου ξεκρέμαστους.
Καλό σας έκανα, θα με συνηθίζατε, θα βαριόσασταν και δεν θα χε γούστο (γελάει). Το τραγούδι δεν το άφησα, έκανα ένα μεγάλο διάλειμμα. Το  ‘89 γέννησα ένα κοριτσάκι, την Αλεξάνδρα, και εκεί σκάλωσα, πώς το λέτε έπαθα κλακάζ, έσβησαν όλα και έλαμπε μόνο εκείνη.

Αποφάσισες, δηλαδή, να αφήσεις τη λαμπερή καριέρα και να γίνεις μάνα και νοικοκυρά;
Τίποτα δεν αποφάσισα, αλλά όταν κράτησα το μωρό μου αγκαλιά κάτι με συνεπήρε, ήθελα να είμαι εκεί για να την μεγαλώσω εγώ, όχι ξένες γυναίκες, γιαγιάδες, κάνεις άλλος πέρα από μένα. Ήθελα εγώ να της φτιάχνω το γάλα, να τρώει τα δικά μου φαγητά αγάπης, εγώ να την πηγαίνω στο σχολείο, εμένα να βλέπει όταν γυρίζει, εγώ να την κοιμίζω τα βράδια. Εν ολίγοις, να ’μαι η μητέρα της, όχι στα χαρτιά, αλλά στην ουσία. Αν γύριζα στις έξι το πρωί από τα νυχτερινά μαγαζιά και κοιμόμουν όλη μέρα, δεν θα μπορούσα να ’μαι η μάνα που ήθελα να είμαι.

Δεν μετάνιωσες που άφησες την καριέρα σου;
Καθόλου δεν μετάνιωσα, γιατί δεν αισθάνθηκα κάποιο δίλημμα, όλο αυτό έγινε απέραντα φυσικά.

Και, τελικά, άξιζε τον κόπο όλη αυτή η θυσία της μάνας;
Όταν το ακούω αυτό το «έγινα θυσία για τα παιδιά μου» βγάζω φλύχταινες. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έδωσε η ζωή ήταν το μεγάλωμα και η  ανατροφή της Αλεξάνδρας. Το μόνο μου κριτήριο ήταν η αγάπη, αλλά εκείνη η αγάπη που ξέρει να λέει «δεν πειράζει», που συγχωρεί, που δεν κρίνει, που αγκαλιάζει. Ήμουν παρούσα όλα αυτά τα χρόνια, συνοδοιπόρος στο μεγάλωμα της και από όλα τα βραβεία που κέρδισα αυτό ήταν σίγουρα το καλύτερο. Μπορεί να ακούγομαι μελό, μα είναι η μεγάλη μου αλήθεια.

Άρα ήταν πρόκληση για σένα το μεγάλωμα της κόρης σου;
Το να φτιάξεις έναν υγιή σίγουρο και αισιόδοξο άνθρωπο δεν είναι πρόκληση, απλά είναι υπαρξιακή αποστολή.. Και νιώθω τρομερά περήφανη που το έργο της αγάπης μου απέδωσε καρπούς.

Στα δεκαπέντε χρόνια απουσίας από το τραγούδι τι έκανε η Ζανέτ;
Ένα σωρό  πράγματα. Άφησα το τραγούδι, αλλά και δεν το άφησα ακριβώς, μετά ήρθε η ζωγραφική, έκανα μαθήματα, μετά το κόσμημα, η αγιογραφία. Διατηρούσα για χρόνια ένα εργαστήρι στην πλατεία Βικτωρίας, ωραία χρόνια, με φίλους ανταλλαγές, με την μικρή που την έπαιρνα παντού μαζί και μετά ξανάπιασα το τραγούδι, τον χορό, γιατί είχα ζήσει και κάποια χρόνια στην Αργεντινή και ήξερα από τανγκό.

Ο χρόνος που περνάει;
Ε, τι ο χρόνος που περνάει; Περνά και χάνεται και η στιγμή δεν πιάνεται.

Τι κάνει ο χρόνος που περνάει στη Ζανέτ;
Είμαι αδιάφορη στο χρόνο. Δεν ένιωσα ανασφάλεια που μεγαλώνω, δεν φοβήθηκα τις ρυτίδες, δεν έπαθα πανικό επειδή μειώθηκαν οι άντρες που με φλερτάρουν. Κάθε ηλικία έχει τα δικά της. Χαρές και  προκλήσεις, γιατί δεν μ’ αρέσει να λέω προβλήματα.  Όλα ωραία είναι, όλα. Δεν μπορώ να πω καλύτερα τα είκοσι από τα τριάντα ή τα πενήντα.

Δεν είδες  αλλαγές όμως πάνω σου; Δεν έπαθε κάτι η γυναικεία σου ματαιοδοξία;
Εντάξει, είδα αλλαγές, δεν είμαι τυφλή, αλλά ό,τι έχω χάσει σε φρεσκάδα το καλύπτω με ένα χαμόγελο, με την όρεξη για ζωή. Είμαι εδώ και χρόνια μητέρα, το παιδί μου μεγάλωσε. Εντάξει, δεν με είμαι ίδια, άλλα με συνήθισα και έτσι. Άλλωστε, μέσα από την Αλεξάνδρα με έναν τρόπο είμαι και εγώ πάλι νέα. Και έχω και σύμμαχο την Nivea  -αυτή την μπλε για τα χέρια εγώ την βάζω στο πρόσωπο, μόνο αυτή βάζω και την θεωρώ θαυματουργή κρέμα

Δεν σε πείραξε καθόλου όταν άρχισες να χάνεις την αναγνωρισιμότητα;
Πλάκα κάνεις; Δεν υπάρχει πιο μεγάλη ελευθερία από το να μην σε αναγνωρίζει κάνεις. Δεν με ένοιαζε καθόλου η επιτυχία. Κάθε μέρα  το μόνο που ήθελα ήταν να ’μαι ευχαριστημένη. Και ήμουν και από παιδί χορτάτη, δεν περίμενα την επιτυχία για να μου κάνει κάτι στο  «εγώ» μου. Από πολύ νωρίς ένιωθα πολύ ασφαλής μ’ αυτό που ήμουν και ευλογημένη. Άσε που ο κόσμος έχει υπερβολικά καλή μνήμη.

Θέλει εκπαίδευση το να ’σαι χορτάτος;
Θέλει εκπαίδευση και πειθαρχία και να είσαι ικανοποιημένος με όσα έχεις τη κάθε στιγμή. Εγώ μεγάλωσα στην Ουρουγουάη που τίποτα δεν είναι δεδομένο. Εκεί από πολύ νωρίς μαθαίνεις ότι για τα πάντα  πρέπει να μοχθήσεις και να βάλεις τη φαντασία σου να δουλέψει. Ακόμα και για να φορέσεις κάτι πρέπει να το φτιάξεις  μόνος σου. Το φαγητό είναι ευλογία και ύψιστο δώρο, δεν είναι κάτι που το θεωρείς δεδομένο. Προσπάθησα για όλα στη ζωή μου πολύ, μ’ έσπρωχνε και η τύχη. Τραγουδάω από οκτώ χρονών, κέρδισα ένα διαγωνισμό, ήμουν στην κρατική τηλεόραση σε ένα σόου. Δεν ήθελα όμως ποτέ να γίνω ούτε διάσημη ούτε ντίβα, ήθελα να εκφράσω τα ταλέντα μου, τα δώρα που είχα να τα μοιραστώ.

Στην Ελλάδα πώς βρέθηκες;
Από σύμπτωση. Εκεί στα δεκαοκτώ μου χρόνια από ένα διαγωνισμό τραγουδιού στη Χιλή διακρίθηκα. Αυτό πήρε προβολή και μέσω κάποιων φίλων εγκαταστάθηκα στο Λος Αντζελες. Εκεί γνώρισα Έλληνες και ξεκίνησα την καριέρα μου. Τραγούδαγα με την κιθάρα μου Ελληνοτράγουδα και με επέλεξαν για να τραγουδήσω κάποια τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Το ένα έφερε το άλλο, άρεσα, κάναμε ένα γκρουπάκι και ταξιδεύαμε και τραγουδάγαμε. Και επειδή δεν ήξερα τι έλεγα, αποφάσισα και άρχισα μαθήματα Ελληνικών για να αισθάνομαι περισσότερο τα τραγούδια.

Ο Μίκης Θεοδωράκης σε έφερε, δηλαδή, στην Ελλάδα;
Εν μέρει, ναι. Ήρθα στην Ελλάδα για δεκαπέντε μέρες για να κάνω μια εμφάνιση με αυτά τα τραγούδια και έπαθα πλάκα. Όνειρο η Ελλάδα, ήταν σαν να είχα ξαναζήσει εδώ και σε άλλες ζωές. Να φανταστείς, προσαρμόστηκα αμέσως, ενσωματώθηκα και άρχισα να τραγουδάω σε μια μπουάτ στην πλάκα, του Γιάννη Αργύρη. Και αυτό ήταν, έριξα άγκυρα για πάντα.

Και δεν σιχτίρισες ποτέ που άφησες την λαμπερή ενδεχομένως καριέρα που θα έκανες στο Λ. Α. και ήρθες στην ψωροκώσταινα;
Μια χαρά ήταν η Ελλάδα, ειδικά τότε, το ’78, βρήκα αγνότητα, καθαρά βλέμματα. Φιλόξενοι άνθρωποι, είχε μια ζεστασιά.

Δεν ένιωσες ποτέ ξένη;
Εντάξει,  πάντα είμαι ξένη, και μετά από τόσα χρόνια ξένη είμαι. Προσπάθησα πολύ και για την τοποθέτηση της φωνής μου, γιατί ποτέ δεν θα τραγουδούσα σαν Ελληνίδα, αυτό δεν γίνεται, αλλά προσπάθησα να έρθω όσο γίνεται πιο κοντά.

Η  Ελλάδα της κρίσης σήμερα σε τρομάζει;
Τι να με τρομάζει; Χώρισα όταν το παιδί μου ήταν μικρό και  βρέθηκα στο άγνωστο χωρίς βοήθεια και λεφτά και πάλι τα κατάφερα. Δεν πεινάσαμε, δεν βρεθήκαμε στο δρόμο. Ξέρω πια τη δύναμή μου. Και τώρα, στην ίδια επιβιωτική δύναμη βασίζομαι. Ίσως και όλο αυτό μας φέρει και πιο κοντά, ίσως μια μέρα αγκαλιαστούμε  αληθινά.

Σήμερα τι κάνει η Ζανέτ;
Είμαι τρέινερ για φωνητική και συνεργάζομαι με πολλά νέα παιδιά, δίνω και κάτι παραστάσεις μουσικές, ζωγραφίζω, αγαπάω έναν πολύ γλυκό άντρα, με φροντίζει, τον φροντίζω, όλα μια χαρά.

Τι σε δίδαξε η ζωή;
Ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, αλλά και ότι όλα περνάνε. Και αυτό θα  περάσει, το λέω κάθε μέρα στον εαυτό μου και στα καλά και στα λιγότερο καλά.

Ποια Ελληνίδα γυναίκα τραγουδίστρια θαυμάζεις;
Τη Χαρούλα Αλεξίου, είναι η καλύτερη ερμηνεύτρια, πάνω και από την Ροντρίγκες.

Από άντρες;
Μ’ αρέσει πολύ ο Βαρδής, αν τον είχα τώρα εδώ θα του έλεγα να μου πει το «Δεν  θα σε ξεχάσω». Με εκφράζει αυτό το τραγούδι, αλλά και  το «Ένα χειμωνιάτικο πρωί», γιατί αναφέρεται σε μια γυναίκα που  πήρε τους δρόμους και εγώ πολλές φορές για τον έρωτα πήρα τους δρόμους. Πολλές μετακομίσεις, πολύ πήγαινε έλα και ξόδεψα. Όμως δες με, είμαι γεμάτη. Αυτό είναι το παράδοξο, μέσα από αυτό το ξόδεμα γεμίζεις και γίνεσαι ένας άνθρωπος που άφησες τη ζωή να τον χαδέψει και να τον χαστουκίσει, άρα γεμάτη, πολύ γεμάτη.

Φεύγω από τη Ζανέτ με έναν πίνακα δικό της που μου χάρισε, ένα κολάζ από πέτρες, με κέρασε τυρόπιτα, κέικ, φεύγω από τη Ζανέτ και θα πάω να την ακούσω στη μουσική της παράσταση και μπορεί και με τον καιρό να γίνουμε και φίλες. Μπράβο, γιατί από τα γεννοφάσκια μου ήξερα να ξεχωρίζω τις αληθινές γυναίκες. Άλλο φρούτο, εξωτικό.

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ακρίβος