Εδώ μέσα ανέκτησα πολλά περισσότερα από όσα έχασα. Δε μπορείτε να φανταστείτε. Σε υλικό επίπεδο, σε συναισθηματικό, αλλά κυρίως σε πνευματικό επίπεδο. Φανταστείτε έναν άνθρωπο να είναι ολοκληρωτικά παραδομένος στη αλκοολική ψύχωση και τώρα συνεννοούμαστε μια χαρά, έτσι; Αυτό με συγκινεί.»

Κάπου εδώ η ατμόσφαιρα βαραίνει και ο Γ. βουρκώνει. Πέφτει μια σιωπή μέσα στο δωμάτιο και φαντάζομαι πως και τα υπόλοιπα μέλη θυμήθηκαν τη στιγμή εκείνη του τέλματος και ξαφνικά κοίταξαν που βρίσκονται σήμερα. Ευτυχώς μπόρεσα να τους παρασύρω σε μια άλλη κουβέντα, καθώς θυμήθηκα ότι στην συνάντηση της Κυριακής πολλά μέλη διηγούμενα τις ιστορίες τους, έκαναν αστεία για την κατάστασή τους ως αλκοολικοί, όπως και ο Γ. όταν μου περιέγραφε την περιβολή του ως άστεγος και αστειεύτηκε με το τρύπιο του τζιν. Τι κάνει λοιπόν τους ΑΑ να γελούν; Πώς μπορούν πλέον να ανακαλούν αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση και να κάνουν χιούμορ;

«Έχω κατακτήσει την ελευθερία μου.», μου λέει ο Γ. «Είναι μια αρρώστια εξάρτησης το αλκοόλ, άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσωπικότητα που βγάζεις προς τα έξω, άρα χωρίς αυτό, είμαι ελεύθερος άνθρωπος. Στην αρχή ήρθα με ένα δραματικό ιστορικό στην ομάδα, αλλά δουλεύοντάς το και ξεπερνώντας το, αυτοσαρκάζομαι. Θα πω την ιστορία μου ως άστεγος και τι έχω κάνει και γελάμε όλοι. Λέμε «Κοίτα μας». Μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας τότε, γιατί πλέον δεν είμαστε ταυτισμένοι με αυτόν. Αυτό είναι συνέπεια της παραδοχής της ασθένειας. Το γέλιο είναι ένα σημαντικό κομμάτι της θεραπείας. Το γέλιο, η αγάπη και η ενότητα.»

Η πλάκα και το γέλιο βοηθούν, αλλά πόσο εύκολο είναι στην πραγματικότητα για έναν αλκοολικό σε ανάρρωση, να πει όχι σε ένα ποτηράκι;

«Είναι πολύ δύσκολο να πεις όχι σε ένα ποτήρι κρασί και μια μπύρα. Για πολλούς λόγους. Για αυτό τον πρώτο καιρό εγώ, ακολούθησα μια πρόταση που μου έκαναν εδώ τα παιδιά. Μου είπαν στην αρχή να αποφεύγω πρόσωπα, μέρη και συνθήκες που θα με έβαζαν να πιω. Από εκεί και πέρα είναι και άλλα πράγματα. Έχει να κάνει και με το χαρακτήρα του καθενός. Ας πούμε εγώ, δυσκολεύομαι να χαλάσω το χατίρι κάποιου. Δεν έχει τόσο να κάνει με την πρόκληση του να πιω ή να μην πιω. Ήμουν στην Κρήτη θυμάμαι και ξέρεις πως είναι οι Κρητικοί τώρα. Δεν καταλαβαίνουν από όχι.

Επίσης δεν υπάρχει καλή και σωστή ενημέρωση για τον αλκοολισμό. Ακόμα και οι ειδικοί [ δηλαδή, εγώ το έχω συναντήσει, αλλά το έχω ακούσει και από άλλα μέλη] λένε «Τώρα, μπορείς να πιεις μισό ποτηράκι.». Αν πιω εγώ προσωπικά μισό, δε μου φτάνει. Τα έχω πιει όλα. Τι να μου κάνει το μισό ποτήρι; Αυτομάτως θα αναζητήσω την ποσότητα που θα με ικανοποιήσει. Αν το κάνω λοιπόν, είναι σα να έχω φύγει απ’ την ομάδα, πίνω μπουκάλια, αποκλείομαι και αρχίζω τον κατήφορο. Και δεν είναι θέμα χαρακτήρα. Θα συμβεί σε όλους. Πίνοντας μισό ποτήρι, είναι σα να πέφτεις με τα μούτρα πάνω στο σύμπτωμα της ασθένειας σου.  Τέλος. Αυτό συμβαίνει. Απλώς ο χαρακτήρας του καθενός συντελεί στο πως το χειρίζεται.

Τώρα πια βγαίνω με φίλους μου και δεν έχω κανένα πρόβλημα. Πάμε σε ένα wine bar και δεν έχω πρόβλημα να τους βλέπω να απολαμβάνουν το κρασί τους. Στην αρχή με αναστάτωνε. Και όχι μόνο το να τους βλέπω να πίνουν, αλλά μου θύμιζαν και ό,τι είχα χτίσει στο μυαλό μου σε σχέση με το αλκοόλ. Δε μπορούσα, ας πούμε, να φανταστώ ότι θα κάθομαι μπροστά από ένα τζάκι, χωρίς ένα ποτήρι κρασί. Η εικόνα τους συνεπώς, μου προκαλούσε μια τρομερή έλλειψη. Αυτό όμως μέσα απ’ την ανάρρωση και την εμπειρία ξεπεράστηκε.

Έχουμε βρεθεί στα γενέθλια μου – τρία χρόνια καθαρός εγώ τότε – στην ομάδα του  Μπραχαμίου και μετά πήγαμε σε μια ταβέρνα να γλεντήσουμε. Ήταν και Απόκριες. Ήμαστε γύρω στα τριάντα άτομα και έχουμε κάνει το μαγαζί θερινό από το γλέντι. Να τραγουδάμε, να χορεύουμε τσιφτετέλια πάνω στα τραπέζια. Χωρίς σταγόνα αλκοόλ. Μας κοίταζαν και σταυροκοπιόντουσαν. Γιατί δε μου χρειάζεται το αλκοόλ, το έχω μέσα μου. Έχω μέθη μέσα μου. Μέθη. Δε μπορείς να φανταστείς πόση μέθη έχω μέσα μου.».

Η τελευταία αυτή ιστορία που μου διηγήθηκε ο Γ. με έκανε να φτιάξω εικόνες μες το μυαλό μου. Ο τρόπος με τον οποίο τόνιζε τη λέξη «μέθη» και ο τρόπος που με κοιτούσε καθώς παραδέχονταν ότι έχει πολλή από δαύτη μέσα του [και δεν εννοούσε μόνο τη μέθη του αλκοόλ, είμαι σίγουρη. Εννοούσε πως τώρα πια είναι μεθυσμένος από γαλήνη και πως έχει πολλά αποθέματα από αυτή.] με έκανε να νιώσω αμήχανα. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Ίσως επειδή προσπαθούσα να σκεφτώ αν η παρέα μου κι εγώ έχουμε γλεντήσει ποτέ χωρίς αλκοόλ. Αν μας «μεθάει» κάτι στη ζωή, κάτι που δεν έχει υγρή υπόσταση.

Ρωτώ τον Γ. και τα υπόλοιπα μέλη για τη συνήθεια του να σηκώνεις το ποτήρι. Το έθος σε κινήσεις που κάνουμε καθημερινά είναι μεγάλο ζήτημα. Είναι περίπου όπως με το τσιγάρο ή με τη συνήθεια να πειράζουμε τα μαλλιά μας. Πώς ένας αλκοολικός λοιπόν αντιμετωπίζει την τάση του να σηκώνει ένα ποτήρι και να φέρνει το χείλος του στο στόμα; Συνήθως, το αλκοόλ αντικαθίσταται απ’ τον καφέ ή άλλα ροφήματα. Ο Γ. – ειδικός σε ποικιλίες τσαγιού πλέον – επιβεβαιώνει.

«Όχι μονάχα η κίνηση, αλλά όλη η διαδικασία της πόσης ενός υγρού είναι συνήθεια. Μου είπαν οι παλιοί όταν ήρθα, «Πίνε σαράντα καφέδες αν θέλεις, αρκεί να μην πιείς αλκοόλ». Οι σαράντα καφέδες θα μου προκαλέσουν αϋπνία, ενώ το αλκοόλ θα με στείλει στην τρέλα, στα αζήτητα του ψυχιατρείου, στο θάνατο. Θα μπορούσα από το να πάθω ατύχημα, αναρρόφηση στον ύπνο μου, μέχρι και κύρωση του ήπατος. Θα μπορούσα να πεθάνω ποικιλοτρόπως και άμεσα. Οπότε, έπινα πάρα πολλούς καφέδες και ακόμα πίνω. Τώρα βέβαια έχω κολλήσει με το τσάι. Δε μπορείς να φανταστείς. Έχω γίνει ειδικός στο τσάι. Το τι έχω μάθει. Το νικάς και δημιουργικά πλέον. Θα δεις μέλη να πίνουν δεκαπέντε γκαζόζες. Είναι η κουλτούρα της κίνησης, στην οποία συμμετέχει όλο το σώμα.».

Μέσα απ’ την κουβέντα μας έχω αποκομίσει την εντύπωση ότι στους ΑΑ ο αλκοολισμός παρουσιάζεται σαν ένα θηρίο που κοιμάται μέσα σου και ενεργοποιείται σταδιακά, όσο εσύ επιμένεις να το ξυπνάς, τρέφοντάς το. Δεν έχω καταφέρει να εκμαιεύσω απ’ τον Γ. ή κάποιο άλλο μέλος τον λόγο για τον οποίο οδηγήθηκαν στον αλκοολισμό.

«Οι ΑΑ δεν μπαίνουν στο ζήτημα του τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο στον αλκοολισμό. Προσωπικά εγώ προέρχομαι από μια αλκοολική οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν αλκοολικός και έχω ζήσει το δράμα του αλκοολισμού στα άκρα του. Έχω πει παιδί ότι δε θα γίνω σα το μπαμπά μου, έγινα όμως. Ένα χαρακτηριστικό του αλκοολικού είναι ότι θέλει να ξεχάσει μια οδυνηρή κατάσταση. Κυρίως όμως είναι μια έλλειψη, ένα κενό ψυχικό και πνευματικό, το οποίο έρχεται και καλύπτει το αλκοόλ. Με κάνει, όχι απαραίτητα λειτουργικό, αλλά μου δίνει αυτό το doping, γιατί αυτό χρειάζομαι. Για αυτό το πνευματικό κομμάτι, αντικαθιστά το doping. Για αυτό πέτυχε αυτό το πρόγραμμα. Επειδή ήρθε το πνευματικό μέρος να δώσει απάντηση, γιατί ο ιδρυτής είχε μια πνευματική αφύπνιση και δημιούργησε την ομάδα. Μια αδελφότητα με βαθύτατους ψυχικούς και υπαρξιακούς δεσμούς.

Καμία συνθήκη δε σε κάνει αλκοολικό, αλλά οποιαδήποτε συνθήκη μπορεί να ενεργοποιήσει τον αλκοολισμό σου. Δηλαδή, υπάρχουν άνθρωποι με οικογενειακά δράματα, αλλά δεν πάνε να πιούν. Εύκολα μπορώ να μπω στη μυθολογία του δράματος. «Η άδικη ζωή, ο άδικος μπαμπάς…». Όλα αυτά είναι αφορμές για να πάω να πιω. Έχω πατήσει πολύ πάνω σε τέτοιες δικαιολογίες πίνοντας, εγώ προσωπικά. Πώς μένοντας καθαρός, αλλάζει όλο αυτό και δε χρειάζεται να πιω;».

«Το κοινό που έχουμε πέρα απ’ τον αλκοολισμό, είναι το κενό μας. Συζητάμε τους τρόπους να το καλύψουμε. Απ’ τη στιγμή που εντοπίσαμε το πρόβλημα βρίσκουμε δημιουργικούς τρόπους να το καλύπτουμε. Είναι ένα δευτερόλεπτο εκείνη η στιγμή που θες να πιεις, μπορεί να σου φαίνεται αιώνας, αλλά είναι δευτερόλεπτο. Τηλεφωνιόμαστε μεταξύ μας και βοηθάμε ο ένας , τον άλλο.». Εδώ επεμβαίνει η Β. και μοιράζεται μια δική της εμπειρία. «Δε μπορούσα, ήθελα να πιω, παίρνω λοιπόν τηλέφωνο ένα μέλος και μου λέει, «Ηρέμησε. Άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας. Τι έχεις μέσα στο ντουλάπι; Βγαλ’ τα έξω και μαγείρεψε. Έχει βρεθεί στη θέση μου, το έχει ζήσει, με καταλαβαίνει.».

Ο Γ. συνεχίζει, «Μπορεί να έχω τη γνώση, το οικογενειακό πλαίσιο, τα πάντα, αλλά δε μου φτάνει. Το εδώ, μου φτάνει όμως. Μισός από αυτόν εδώ [αγγίζει ένα μέλος που κάθεται δίπλα του] μου φτάνει. Είμαστε στο Facebook και μου στέλνει μια σαχλαμάρα… Ε, έχει αλλάξει η διάθεσή μου ριζικά. Ο ιδρυτής των ΑΑ δεν σκέφτηκε ψυχοθεραπευτικά ή γνωστικά. Εμπνεύστηκε και τέλος. Είπε αυτό λειτουργεί.

Να ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι. Όταν λέμε ότι μέλη πέρασαν από ψυχιατρικές κλινικές, αλλά δεν λειτούργησε η αποθεραπεία τους εκεί, δε σημαίνει ότι είμαστε εναντίων των ψυχιάτρων ή των ψυχολόγων, απλά οι πρακτικές τους δεν λειτούργησαν πάνω σε αυτά τα άτομα, που εν τέλει κατέληξαν στους ΑΑ και βρήκαν τη λύση τους εδώ. Έτσι λοιπόν, πάνω στις πρακτικές ειδικών δεν παίρνουμε θέση. Γενικά δεν παίρνουμε θέση σε εξωτερικά ζητήματα, γιατί το μόνο ζήτημα που απασχολεί εμάς είναι η ανάρρωσή μας και αυτό είναι ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο Γ. μοιράζεται μαζί μου ακόμα κάτι προσωπικό, την πρώτη μέθη που ανακαλεί ποτέ. «Η πρώτη μου αλκοολική μέθη, ήταν στα εννέα μου.  Είμαι στο γλέντι ενός γάμου και δε νιώθω καλά, δε μπορώ να συνδεθώ με τη χαρά και τα άλλα παιδιά που παίζουν γύρω μου. Νιώθω αποκομμένος. Πίνω και αυτομάτως αυτό φεύγει. Δε μένω όμως στο μισό ποτηράκι που ήπια και με άνοιξε, σαν άνθρωπο. Θέλω κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο… Δεν είναι μια συνειδητή διαδικασία. Ένα παιδάκι , εννέα χρονών, δεν μπορούσε να σταματήσει να πίνει και είναι λογικό. Η διαδικασία του να πιω, ξεπερνούσε οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Έτσι ξεφτιλίστηκα, έπεσα κάτω. Ό,τι κάνει δηλαδή ένας μπεκρής ενήλικας. Σαν αποτέλεσμα, έπαθα πανικό, πήγα στο σπίτι και είπα δε θα το ξανακάνω. Το επόμενο πρωί ένιωθα ενοχές, ένα βασικό χαρακτηριστικό του αλκοολικού. Λέω, «Να με είδε η γιαγιά; Οι γονείς μου θα το μάθουν;». Αυτό στην ενήλικη αλκοολική ζωή μου το είχα πάντα. Την αγωνία και τις ενοχές του επόμενου πρωινού. «Τι έγινε στο μπαρ χθες; Τι έκανα; Τι έκανα;».  Έτσι, είχα αυτή τη γεύση στα εννιά μου. Έπειτα κάθε φορά έλεγα δε θα το ξανακάνω. Μετά είπα θα το ελέγξω. Δεν ελέγχεται.

Ρωτώ τον Γ. αν έχουν απορρίψει ποτέ κάποιο μέλος ή κάποιον που επιθυμούσε να εισέλθει στην ομάδα.

«Αυτό που μου λες μου φαίνεται αστείο, με σόκαρε βασικά. Οποιοσδήποτε επιθυμεί να σταματήσει να πίνει, ή το σκέφτεται ακόμα και θέλει μια ώθηση είναι δεκτός. Οι ΑΑ είναι ανοιχτοί σε όλους. Τώρα δε θέλω να βάλω και ταμπέλες, τι να σου πω, έχουν βρεθεί εδώ από βιομήχανοι, μέχρι τρανσέξουαλ και με μεγάλη μας χαρά βλέπουμε να σπάνε πράγματα εδώ μέσα. Μπαίνοντας εδώ, και αυτό με συγκινεί πολύ που το λέω, αφήνεις ένα κοινωνικό ένδυμα που έχεις και είσαι άλλο πράγμα. Δεν έχει καμία σημασία αν είσαι υπουργός ή αν είσαι νοικοκυρά. Δεν υπάρχουν αυτά. Εγώ δεν αντιμετωπίστηκα ας πούμε ως άστεγος. Με αγκάλιασαν απ’ την αρχή χωρίς να θέλουν κάτι από μένα, με αγαπήσανε, μου δώσανε αυτό που χρειαζόμουν. Όλοι έχουμε τις διαφορές μας. Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση ένας αλκοολικός να μην είναι εκεί ολοκληρωτικά, σωματικά και ψυχικά δοσμένος σε έναν άλλο αλκοολικό επειδή ας πούμε τον αντιπαθεί. Αυτό είναι το πνευματικό που σας λέω. Οριζόμαστε μεταξύ μας πλέον σε άλλα επίπεδα. Εδώ είναι η πρώτη παράδοση που λέει ότι η ενότητά μας είναι η ύψιστη αρχή. Όμως αυτό είναι μια πρόταση και πάλι.».

Με τόση πολυμορφία στους κόλπους των ΑΑ, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ πόσο χρονών είναι το νεότερο άτομο που έχει προσφύγει ποτέ, στους Αλκοολικούς  Ανώνυμους Ελλάδας.

«Το νεαρότερο άτομο που έχει έρθει σε ‘μας ήταν ένα μέλος που είχε έρθει στα 16 – 17. Ένα άλλο μέλος είχε έρθει στα 18 και είχε προτείνει μάλιστα να δημιουργηθεί μια ομάδα νέων, όπως στην Αμερική. Στην Αμερική έχετε ιδέα τι γίνεται; Υπάρχουν ομάδες Αλκοολικών Ανωνύμων με μέλη από 14 ετών, τα οποία έχουν ζήσει ήδη όλο το ιστορικό του αλκοόλ, το οποίο εμάς μας πήρε χρόνια να το βιώσουμε. Αν κάποιος είναι ανήλικος προτείνεται να έρθει με τον γονέα του αν θέλει, αλλά ο γονέας δε θα είναι παρών στις συναντήσεις, γιατί είναι κλειστές, εκτός φυσικά από τις Κυριακές.».

Στη συνέχεια τρία μέλη των ΑΑ, η Β.,η Ι. και ο Β. μοιράστηκαν μαζί μας τις ιστορίες τους.

Β. 55 ετών: «Σε ένα κρητικό γλέντι, 12 ετών ήπια για πρώτη φορά. Ντρεπόμουν να ζητήσω νερό και ήπια ρακί.»

Διακόπτω την Β. και τη ρωτώ γιατί όλα τα μέλη ανακαλούν την πρώτη φορά που έχουν πιει ποτέ και την οριοθετούν ως αρχή του αλκοολισμού τους. Μου κάνει εντύπωση, καθώς όλοι όσοι μίλησα, έκαναν πολλά χρόνια να πιούν μετά την πρώτη τους πόση.
«Η πρώτη φορά είναι έντονη. Όταν ένα παιδί πίνει, δεν το ξεχνάει μετά. Θυμάμαι εγώ ξύπνησα σε μια ντουζιέρα. Τρόμαξα. Δεν είχα ξαναπιεί τότε. Ίσως γι αυτό και το θυμάμαι. Μετά από τα 16 – 17 μου, δεν έμενα στην μια μπύρα όταν έβγαινα έξω, έπινα πέντε. Το 1999 άρχισα να πίνω σταθερά και συνέχισα για 20 περίπου χρόνια. Τότε η μικρή μου κόρη ήταν 1,5 και η μεγάλη 8 ετών. Έπινα συστηματικά για τρία χρόνια και μετά μόνη μου περιορίστηκα στο να πίνω μόνο στις εξόδους. Το ’99, όπως σου είπα, άρχισα να πίνω και πάλι, μέχρι που ήρθα εδώ το 2011. Από τότε είμαι καθαρή.  Όταν λέω έπινα, έπινα. Όσο οι κόρες μου μεγάλωναν και έμεινα μόνη μου σ’ ένα σπίτι, άρχισα να πίνω πιο πολύ. Μέχρι και στη δουλειά μου είχα μπουκάλι μαζί μου. Βέβαια πολλές φορές έπινα το πρωί, για να μη με βλέπουν. Τι ποτό έπινα; Όταν δεν έχεις λεφτά παίρνεις το πιο φθηνό. Ουζάκι λοιπόν και πολύ σου είναι. Το ούζο επίσης το βάζεις και στον καφέ και στο αναψυκτικό, για να μη μυρίζεις κιόλας. Αλλά δεν το αποφεύγεις. Μυρίζει. Το καταλάβανε στη δουλειά μου, αλλά δεν την έχασα εξαιτίας αυτού.

Τα παιδιά μου, μου λέγανε «Μαμά έχεις πρόβλημα». Βέβαια, εγώ, δε το παραδεχόμουν. Ήρθαν μάλιστα οι ίδιες στους ΑΑ να μάθουν για την ομάδα και να μου προτείνουν να έρθω. Τους έχω ζητήσει συγγνώμη. Πλέον όταν ηρεμείς και βρίσκεις τη γαλήνη σου, σταματάς να πίνεις και σου λένε τα παιδιά σου ότι, θυμόμαστε τη μαμά που είχαμε, είναι το μεγαλύτερο δώρο. Ανησυχώ για το αν οι κόρες μου όταν βγαίνουν έξω πίνουν, αλλά με παράδειγμα εμένα δε νομίζω ότι θα εξόκελλαν ποτέ. Έχουν άσχημη εμπειρία απ’ τη μαμά.

Όταν πήγαινα κάποια επίσκεψη ή έβγαινα έξω, ήμουν ήδη έτοιμη απ’ το σπίτι και στο μπαρ θα έπινα απλά ένα ποτηράκι. Με βλέπανε και λέγανε, «Καλά, αυτήν έτσι την πιάνει το ένα ποτό;».

Μπορώ να βγαίνω και πάλι και απολαμβάνω να ακούω τη μουσική που μ’ αρέσει χωρίς να έχω ανάγκη το ποτό κι αυτό γιατί είχα συνδέσει το ποτό με τη μουσική. Τώρα πια ακούω IRON MAIDEN χωρίς να πιω ποτό.» [Εδώ συνέβη ένα πολύ αστείο και γλυκό περιστατικό. Εκείνη τη μέρα έτυχε να φορώ ένα t – shirt των IRON MAIDEN, έτσι όταν η Β. τους ανέφερε της έδειξα την μπλούζα μου και όλοι ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια. ]

Απλώς, προσπαθώ να βγαίνω με ανθρώπους από εδώ, αλλιώς θέλω να είναι μαζί μου μια από τις κόρες μου ή κάποιος πολύ κοντινός μου άνθρωπος. Έτσι, να νιώθω μια ασφάλεια. Έχω βγει και μόνη μου με παρέες που πίνουν, αλλά το πρώτο πράγμα που έμαθα εδώ είναι ότι, αν νιώσω άσχημα, μπορώ να φύγω. Υπάρχουν τόσες δικαιολογίες. Λες πονάει το κεφάλι μου, το στομάχι μου και φεύγεις. Δεν κάθεσαι να αλλοιωθείς.

Επειδή μ’ αρέσουν τα χρώματα, τώρα όταν βγαίνω έξω πίνω γρεναδίνη με τόνικ ή σόδα με λεμόνι. Όταν είναι δύσκολα τα πράγματα, πίνω σοκολάτα με σαντιγί. Τη σοκολάτα που έφαγα και τα αναψυκτικά που ήπια όταν έκοψα το ποτό, δεν τα βάζει ο νους σου. Μου έλειπε η ζάχαρη που έχει το αλκοόλ.

Το αγαπημένο μου ποτό ήταν Τequila Prairie Fire. Έπινα το πρώτο ποτό γρήγορα για να έρθω στο κέφι και τα επόμενα σιγά – σιγά. Και τώρα αν με παρατηρήσεις έτσι κάνω με το νερό ή το αναψυκτικό. Δε φεύγει η συνήθεια. Πάντοτε πίστευα μέχρι να έρθω εδώ ότι έπινα γιατί κάποιος με πλήγωσε ή με ενόχλησε. Πιστεύω ότι έβρισκα δικαιολογία και κάλυψή. Όχι όμως, ήθελα να πιω κι έπινα.

Ευτυχώς δεν οδηγώ γιατί θα είχα σκοτωθεί κι εγώ και μπορεί να είχα πάρει και άλλους ανθρώπους στο λαιμό μου. Όμως έχει τύχει να έχω πέσει σε λήθαργο και να έχω αφήσει το φαγητό στο μάτι. Γύρισε η κόρη μου απ’ το σχολείο και βρήκε την κουζίνα να φλέγεται. Είχαν συμβεί πολλά τέτοια στα τελευταία χρόνια του αλκοολισμού μου. Ήθελα να πίνω και να φεύγω από ένα σημείο και ύστερα, γιατί ένιωθα ότι βασάνιζα τους ανθρώπους γύρω μου. Γιατί να μην φύγω, εφόσον είμαι τόσο αδύναμη να σταματήσω, έλεγα. Το τελευταίο διάστημα που ήμουν και άνεργη έπινα απ’ το πρωί για να πάρω μπρος. Ένα μπουκάλι την ημέρα έπινα, αλλά προς το τέλος, το ένα μπουκάλι ήταν σα να έχω πιει εκατό.

Τα τελευταία χρόνια του αλκοολισμού μου η ήμουν επιθετική, ή έπεφτα σε λήθαργο, έφευγα. Το τελευταίο black out που είχα πάθει ήταν πολύ ισχυρό και οι κόρες μου, μου είπαν,  «Μαμά πρέπει κάπου να σε πάμε, δεν πάει άλλο.». Σάββατο 1η Δεκεμβρίου του 2011, είδα μια διαφήμιση στην τηλεόραση για τους ΑΑ Ελλάδος, σημείωσα το τηλέφωνο και πήγα την ίδια μέρα. Όταν ήρθα εδώ και άκουσα τις ιστορίες των άλλων μελών, νόμισα πως κάποιος είχε έρθει και είχε μιλήσει για ‘μένα. Πραγματικά. Ήταν σοκαριστικό. Από την πρώτη μέρα που ήρθα εδώ λοιπόν, δεν ξαναήπια. Αυτό χρειαζόμουν. Ανθρώπους να με καταλαβαίνουν χωρίς να χρειάζεται να πω πολλά λόγια. Γι αυτό τους λέω τα μικρά μου αγγελάκια.

I. 39 ετών: «Πρώτη φορά ήπια στα 11 σε ένα φιλικό σπίτι. Ούτε που κατάλαβα πως μέθυσα. Το αποτέλεσμα ήταν να με πάνε στη μητέρα μου μεθυσμένη και να κάνω εμετό όλο το βράδυ. Μου άρεσε όμως το αποτέλεσμα της μέθης μου, εκείνο που ένιωσα. Έτσι στην εφηβεία μου συνέχισα να πίνω σε όλες τις εκδηλώσεις μου. Ένιωσα ότι κάπου ανήκω πίνοντας. Με βοήθησε το αλκοόλ, μπορούσα να χορέψω, να μιλήσω. Όταν έπινα στα πάρτι ένιωθα ατρόμητη. Νικούσα κάθε φόβο, δε με ένοιαζε τίποτα. Όλα εκείνα που μου χάρισε το αλκοόλ, μου τα πήρε πίσω. Άρχισαν οι ξεφτίλες, πολλές ξεφτίλες. Τα black out επίσης. Εκεί που αισθανόμουν ατρόμητη, ξαφνικά αισθανόμουν τόση δα.  Ήμουν ένα ντροπαλό παιδί. Ήταν δυσλειτουργική η οικογένειά μου, με την έννοια ότι οι γονείς μου, μου έλεγαν συνεχώς «Μην κάνεις αυτό, ή το άλλο, γιατί, τι θα πει ο κόσμος;», οπότε σίγουρα αυτό συνέβαλε στη διαμόρφωση του χαρακτήρα μου, αλλά δεν ήταν αυτός ο λόγος που έγινα αλκοολική.

Όταν έβγαινα δε μπορούσα να μην πιω. Δεν υπήρχε περίπτωση. Φυσικά κι εγώ έπινα ήδη απ’ το σπίτι. Έτσι σιγά – σιγά μπήκε το αλκοόλ στη ζωή μου καθημερινά. Από το πρωί. Μου έγινε αναγκαίο, δε μπορούσα να σταματήσω να πίνω. Έπινα ακόμα και στη δουλειά μου. Φεύγανε άτομα από δίπλα μου και στο τέλος έχασα και τη δουλειά μου. Για μένα αυτός ήταν ο πάτος μου. Η μοναξιά. Ήμουν μέσα στο σπίτι κλεισμένη και έπινα από το πρωί.

Πριν μπω στην ομάδα ένιωθα σαν ένα τέρας. Κοιταζόμουν στον καθρέφτη και έλεγα στον εαυτό μου, αυτό είσαι, ένα τέρας, αυτό σου αξίζει να είσαι. Δεν έβρισκα λύση σε αυτό που μου συνέβαινε. Δοκίμασα να κόψω το αλκοόλ πηγαίνοντας και σε ψυχολόγο και σε ψυχίατρο. Όμως ο ειδικός έφτανε μέχρι ένα σημείο, δεν μπορούσε να πάει παρακάτω. Άντε και μου είπε τι με έφτασε ως εδώ, ας πούμε, το είδα. Ε και; Εγώ συνέχιζα να πίνω. Ένιωθα απελπισία.

Χώρισα με άνθρωπο εξαιτίας του αλκοόλ και φυσικά έκανα σχέση με αλκοολικό αργότερα. Ήταν μια σχέση μες την αρρώστια. Ήταν χάλια.

Η μητέρα μου ήταν εκείνη που μου είπε να έρθω στους ΑΑ, δύο – τρία χρόνια πριν τελικά έρθω. Μου έλεγαν όλοι ότι έχω πρόβλημα, αλλά φυσικά, εγώ το αρνούμουν. Μέχρι που άρχισε να με στριμώχνει η μητέρα μου, πήρε εδώ στην ομάδα και μίλησε για ‘μενα και της δώσανε το τηλέφωνο μιας γυναίκας – μέλος, που είχε αναλάβει την υπηρεσία να μιλά με ανθρώπους που υποφέρουν. Μου έδωσε το τηλέφωνό της λοιπόν, αλλά εγώ το απέφευγα. Πέρασε μια βδομάδα για να κάνω τελικά το τηλεφώνημα. Θυμάμαι ότι ήμουν μες το σκοτάδι, τύφλα, με το ποτήρι στο χέρι. Το μέλος μου είπε στο τηλέφωνο πως είναι τέσσερα χρόνια καθαρή. Ούτε να το φανταστώ δε μπορούσα. Ήταν τόσο ήρεμη η φωνή της, κάτι μου έκανε όλο αυτό. Όταν ήρθα και είδα εδώ ανθρώπους να γελούν, δε το πίστευα. Δεν είχα στο μυαλό μου κάτι τέτοιο. Οπότε είπα, πώς το έκαναν αυτοί και δεν μπορώ να το κάνω εγώ; Τώρα είμαι 7μισι χρόνια καθαρή και πάω στα οκτώ.

Αν δεν ερχόμουν εδώ θα πέθαινα. Ήρθα εδώ 7 Μαρτίου του 2007. Τον Ιανουάριο είχα αρρωστήσει με 40 πυρετό. Θυμάμαι δε μπορούσα να πάω απ’ το ένα δωμάτιο στο άλλο και δεν έπινα καμία αντιβίωση, παρόλο που έπρεπε, για να πάω πάνω στην ταράτσα που είχα κρύψει το αλκοόλ και να πιω. Οδηγώ, αλλά όταν πήγαινα να πιω συνήθως επέλεγα συνοικιακά μπαρ για να γυρνώ με τα πόδια, ή να έχω απλά να διασχίσω λίγα τετράγωνα με το αμάξι, με τη λογική του ότι δεν μπορεί να συμβεί κάτι σε μια τόσο μικρή απόσταση, ενώ φυσικά μπορούν να συμβούν τα πάντα. Αν πήγαινα κάπου πιο μακριά γυρνούσα με ταξί.

Μου άρεσε το ούζο και το κονιάκ, ήταν και φθηνά, αλλά έπινα τα πάντα. Για να σου δώσω να καταλάβεις, άκου τι έκανα όταν πήγαινα σε άλλα σπίτια επίσκεψη, είτε με φιλοξενούσαν για διακοπές και κυρίως στης αδερφής μου, που μέτραγε τα μπουκάλια για να δει αν ήπια. Επειδή αν έπινα από ένα συγκεκριμένο ποτό, θα καταλάβαινε ότι έχω τελειώσει εγώ το μπουκάλι, έβαζα σε ένα ποτήρι λίγο απ’ το κάθε ποτό. Μπορεί δηλαδή να είχε ένα σπίτι οκτώ ποτά, θα έβαζα κι απ’ τα οκτώ. Δε με ενδιέφερε αν ήταν ωραίο γευστικά, το αποτέλεσμα με ενδιέφερε. Το έκανα αυτό όλα τα χρόνια που έπινα.

Έπαιρνα βέβαια πολλές φορές το δικό μου μπουκάλι μαζί μου. Στη δουλεία μου το έκρυβα μες τη τσάντα μου. Στην παραλία έπινα ακόμα. Φαντάσου με ντάλα ήλιο, να πίνω βότκα, ουίσκι και ούζο. Εδώ έπινα την ώρα που ψάρευα στην βάρκα και ας μην άντεχα.

Είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κάποιος ότι έχεις καθαρίσει. Της μητέρας μου της πήρε δύο χρόνια να το πιστέψει, έψαχνε να δει αν έχω κρυμμένα μπουκάλια. Θύμωνα που δε με πίστευε, που δεν αναγνωρίζονταν η προσπάθειά μου, αλλά και ο άλλος θέλει το χρόνο του.

Έμαθα να ζω. Δεν ξέρω να ζω χωρίς αλκοόλ και η ομάδα με βοηθάει να ζω. Για αυτό έρχομαι εδώ ακόμα και σήμερα, γιατί είναι πολύ δύσκολο ακόμα.

Έχω γίνει και βίαιη, πολύ βίαιη. Έσπαγα πράγματα, αλλά όλα αυτά μέχρι προς το τέλος που δεν με στήριζε άλλο το σώμα μου».
Όταν ρώτησα την Ι. αν έσπαγε πράγματα μέσα στο μεθύσι της, όλα τα μέλη στο δωμάτιο κοιτάχτηκαν συνωμοτικά και άρχισαν να γελούν. Γέλασα κι εγώ αναλογιζόμενη πόσες ιστορίες μπορεί να έχουν μοιραστεί για γαμήλια σερβίτσια που έσπασαν, για μέρες που μπορεί να μην υπήρχε στο σπίτι ποτήρι να πιεις νερό ή για τζαμένιες πόρτες που έγιναν κομμάτια.

«Το πιο βασικό πράγμα για έμενα, είναι το μην πιεις μόνο για σήμερα. Το «24ωρες» δε το ξεχνάς ποτέ. Δεν φανταζόμουν ότι θα σταματήσω να πίνω και με τρόμαξε παράλληλα και ότι δε θα ξαναπιώ ποτέ στη ζωή μου. Έτσι τα μέλη μου έλεγαν, «Μην πιεις και σήμερα και έλα κι αύριο.». Τον πρώτο καιρό δεν μπορούσα καν να πω ότι δεν θα πιω μια μέρα. Βέβαια εμείς εδώ λέμε ότι μπορείς να το σπας σε 2ωρα, σε μισάωρα. Ε , λοιπόν εγώ έσπαγα το 24ωρο σε πεντάλεπτα. Τα επόμενα πέντε λεπτά δε θα πιω, έλεγα, κι έτσι πέρασε. Μόνο για σήμερα δεν πίνω. Αύριο δεν ξέρω τι θα μου συμβεί. Έτσι μπόρεσα να μην σκέφτομαι το αύριο. Και το χρησιμοποιώ και σε άλλα πράγματα στη ζωή μου μέχρι και σήμερα. Λέω σήμερα δε θα θυμώσω γι αυτό το πράγμα και αύριο βλέπουμε».

Β. 45 : «Γύρω στα οκτώ ήπια πρώτη φορά. Είχαμε κάποια γιορτή στο σπίτι και ο πατέρας μου πάντα μου έβαζε λίγο κρασάκι ή μπύρα σε ένα ποτηράκι. Είμαστε επτά αδέρφια, για να καταλάβεις, κι ενώ θα μπορούσα να είμαι στην αυλή να παίζω με τα αδέλφια μου, μου άρεσε να κάθομαι με τους μεγάλους και να πίνω. Μου άρεσε γιατί μου έφευγε ο φόβος και οι ντροπές. Ένιωθα άνετος. Με το που τελείωσα το δημοτικό, έφυγα απ’ το σπίτι μου για να βρω μια καλύτερη τύχη και πήγα στην Κρήτη για δουλειά. Έμεινα τέσσερα χρόνια εκεί και άρχισα να πίνω καθημερινά και πολύ δυνατά. Μου έδωσε πολλά πράγματα το αλκοόλ και θάρρος και θράσος. Μετά με ξεβράκωσε βέβαια. Όταν πήγα φαντάρος πάλι είχα δίπλα μου το αλκοόλ. Σε κάθε μου έξοδο έπινα την ποσότητα που ήθελα. Και για καφέ να πηγαίναμε ακόμα, εγώ θα έπινα ένα ποτό. Έπειτα παντρεύτηκα και έφερα στη ζωή δυο παιδιά. Παράλληλα με την πρωινή μου δουλειά, έπιασα μια δεύτερη δουλειά, βραδινή, σε ένα κέντρο διασκέδασης. Ήθελα να φτιάξω τα οικονομικά μας, αλλά ήθελα και μια καλή δικαιολογία για να φεύγω απ’ το σπίτι και να πίνω. Στο κέντρο αυτό λοιπόν άρχισα να πίνω συστηματικά και εκεί ξεκίνησαν τα προβλήματα στην πρωινή μου δουλειά και στην οικογένειά μου φυσικά. Η γυναίκα μου δεν άντεξε άλλο και πήρε τα παιδιά κι έφυγε. Είχα γίνει βίαιος, πήγαινα σπίτι και τα έκανα όλα ρημαδιό και όλα αυτά χωρίς αιτία. Μόνο και μόνο γιατί δε με χώραγε ο τόπος. Δεν ήθελα να είμαι σπίτι. Ήθελα να είμαι με άτομα που πίνουν. Όταν έφυγε η γυναίκα μου έκανα ένα μεγάλο πάρτι. Το γιόρτασα, γιατί είπα τώρα θα μπορώ να πίνω όποτε θέλω, να βγαίνω, να γνωρίζω γυναίκες… Αυτό ήταν το καλούπι που έφτιαξα για μένα και το ποτό έγινε ανάγκη. Δε μπορούσα να δουλέψω. Με έπιαναν φοβίες όταν δεν έπινα. Έπινα για βγω απ’ το σπίτι. Σε κάποια φάση, είχα να κάνω μπάνιο μια βδομάδα. Φοβόμουν να μπω στο ντους. Έπρεπε να πιω πρώτα ένα μπουκάλι ουίσκι για να μπω μέσα και ίσα – ίσα να ξεπλυθώ. Τη μια κρύωνα, την άλλη ζεσταινόμουν. Ίδρωνα. Όλα μαζί ταυτόχρονα. Όταν δεν είχα την απαραίτητη ποσότητα να πιω, άρχιζαν τα στερητικά.

Είχα αρκετά τροχαία. Μια φορά είχα πέσει μες τον Κηφισό με τη μηχανή. Και από την τόση χρήση του αλκοόλ παραλίγο να πάθω κύρωση. Έκανα αποθεραπεία βέβαια και είμαι μια χαρά τώρα. Στο σεξ το αλκοόλ δεν με εμπόδισε ποτέ. Ίσα – ίσα, ήμουν πιο μάχιμος γιατί με απελευθέρωνε. Εκτός βέβαια απ’ τη στιγμή που έφτασα να είμαι μόνο ξάπλα και να πίνω.

Ένα βράδυ πήγα και έπιασα τον αδερφό μου και του είπα, «Σε παρακαλώ κάνε κάτι γιατί θα πεθάνω.». Κάπου μέσα μου το περίμενα να πεθάνω, για να γλυτώσω απ’ τα στερητικά. Είχα προκαλέσει και πολλές φασαρίες. Ο αδερφός μου με μεγάλη δυσπιστία με έστειλε σε μια ψυχιατρική κλινική. Έκατσα δεκαπέντε μέρες και όταν βγήκα πήρα πάλι τη βαλίτσα από εκεί που την είχα αφήσει, όπως λέμε κι εμείς εδώ στους ΑΑ. Ξεκίνησα θεωρώντας ότι μπορώ να το ελέγξω, ότι θα πίνω μόνο το βράδυ έτσι κανένα Cutty Shark, ήταν το ποτό μου. Έτσι, όταν ζήτησα πάλι βοήθεια δε με εμπιστεύτηκε κανείς. Είπαν, πάλι να δώσουμε λεφτά και να πάνε στο βρόντο; Ξαναπήγα για αποτοξίνωση βέβαια και όταν βγήκα ο γιατρός μου μού είπε, «Για να μη σε ξαναδώ εδώ, πήγαινε στους Ανώνυμους Αλκοολικούς.». Είχα να δω τη γυναίκα μου πάρα πολλά χρόνια, αλλά θυμήθηκα που μου είχε πει αρκετές φορές στο παρελθόν για τους ΑΑ.  Τότε εγώ δεν ήθελα να ακούσω βέβαια. Έτσι βγαίνοντας, ήρθα εδώ. Είχα αφήσει μια κόλαση πίσω μου. Όταν ήρθα εδώ ένιωσα ότι έχω ένα τόπο αναφοράς, ότι κάπου ανήκω. Ένιωθα ασφάλεια.  Είμαι ευγνώμων γι αυτό. Είμαι 7μισι χρόνια καθαρός. Έχω μάθει να ζω και να ζω ήσυχα και σήμερα νιώθω άνθρωπος.  Έχω πλέον επιλογές, κάτι που δεν το είχα, δεν ήξερα ότι έχω επιλογές. Ήθελα να υπάρχω μόνο όπου είχε πιόμα.

Με τα χρόνια κατάφερα να κερδίσω όλα αυτά που έχασα. Έχω και τα παιδιά μου και τη γυναίκα μου κοντά μου. Τα έχουμε ξαναβρεί και είμαστε καλά. Άργησα λίγο, αλλά το καλό πράγμα αργεί να γίνει, σωστά; Δε μου είχε εμπιστοσύνη. Ούτε εκείνη, ούτε τα παιδιά μου. Η κόρη μου φαντάσου, όταν πήγαινα να τη δω, με μύριζε πριν με πλησιάσει για να δει αν έχω πιει. Τους είχα δώσει πάρα πολλές υποσχέσεις που αθέτησα».

Όλο το ρεπορτάζ εδώ.