Όλοι οι άνθρωποι αν εξεταστούν από συγκεκριμένη οπτική, άνετα μοιάζουν με καρικατούρες. Σαν εκείνες που σατιρίζουν τους πολιτικούς, με το μικροσκοπικό σώμα, το τεράστιο κεφάλι, και υπερτονισμένο κάποιο φυσικό γνώρισμα, χαρακτηριστικό του ατόμου που απεικονίζεται (το πεσμένο βλέφαρο της Βάσως Παπανδρέου, τα φρύδια του Κωστή Παλαμά κ.α.). Συνήθως η καρικατούρα που φυτοζωεί στον καθένα μας, βρίσκεται προσεκτικά τοποθετημένη κάπου μεταξύ επιδερμίδας και τόνων μακιγιάζ, eyeliner, μάσκαρας, ρουζ και άλλων πολλών σκευασμάτων. Αλλά εκτός από αυτό, συνοδεύεται από ένα πλήθος κινήσεων του σώματος που προδίδουν και υποστηρίζουν την αλήθεια που κρύβεται.

3d (1)

Όχι, αυτό το κείμενο δεν μισεί τις γυναίκες. Όχι μόνο τις γυναίκες. Μισεί εξίσου και τους άντρες. Και οι άντρες μακιγιάρονται, με χειρότερου είδους «καλλυντικά». Υποκριτική μπέσα, επιφανειακή ευφράδεια λόγου υπέρ του συνανθρώπου, χαμόγελο πυρομανούς και πάνω απ’ όλα αλτρουϊσμός επ’ αμοιβεί.

Και κάπου εκεί ανάμεσα, οι πραγματικές καρικατούρες, οι αμακιγιάριστες ή αν το προτιμάτε κακοβαμμένες, αναδεικνύονται σε ήρωες των κόμικ μου. Μορφές εφάμιλλες αυτών των ταινιών του Φελίνι, που δεν έχουν τίποτα να κρύψουν, δεν έχουν τίποτα να αλλάξουν, τίποτα να περιμένουν πέρα τις ζαριές που η καθημερινότητα πετάει στην τσόχα της ζωής τους.

Κάθε Κυριακή και Δευτέρα όταν επιστρέφω από τη δουλειά στο σπίτι, ακολουθώ μια συγκεκριμένη διαδρομή την οποία τηρώ με θρησκευτική ευλάβεια. Παρακάμπτω την Πειραιώς και κινούμαι παράλληλα, επί της Κεραμεικού. Εκεί βρίσκεται η Νο2 αγαπημένη μου καρικατούρα.

Είναι γύρω στα 40 διαθέτει κατάστημα ρουχισμού για συνταξιούχους. Έχει τεράστιες σακούλες κάτω από τα μάτια, και έχει μανία με τα μετρητά του. Αυτό ήταν και το στοιχείο που μου κίνησε την περιέργεια, τόσο πολύ που μια μέρα κάθισα για καφέ κάπου εκεί γύρω να τον παρατηρήσω. Το δεξί χέρι μονίμως στην τσέπη, και σε τακτά χρονικά διαστήματα, τσουπ! Να σου έξω τα μετρητάααααααα…… Να τα μετράει, να τα φτιάχνει, να τα διπλώνει και οριζόντια και κάθετα, και ξαφνικά τσουπ! Να σου μέσα τα μετρητάαααααααα. Το χέρι καρφωμένο στην τσέπη. Κουλοχέρης κατάντησε. Ένα μάτσο κωλόχαρτα του φάγαν το χέρι…

Σε 5 λεπτά πάλι τα ίδια. Λες και τα λεφτά διπλασιάστηκαν ή άλλαξαν χρώμα. Τέσπα…

Συνεχίζω να ανηφορίζω για να βρεθώ στην πλατεία Ομονοίας. Εκεί γύρω ξέρω ότι θα βρω το φίλο μου τον Αμαρτωλό. Θέλω τουλάχιστον να τον συναντώ, αλλά δεν είναι εκεί κάθε μέρα.

Μοιάζει με ασκητή της ερήμου, μόνο που δε φοράει ράσα. Η γενειάδα του κοντεύει να μεταμορφωθεί σε ράστα, ενώ το κεφάλι του διακοσμεί ένας μάλλινος σκούφος (μα καλά πως αντέχει;). Στο χέρι κρατάει μονίμως ένα περίεργο σύμπλεγμα 2 τεράστιων κομποσκοινιών και ενός ξύλινου μπαστουνιού. Την πρώτη φορά που τον είδα να ταΐζει τα περιστέρια, έβγαλα τη μηχανή να τον φωτογραφίσω. Όταν με πήρε χαμπάρι με πλησίαζε προσπαθώντας να βγει από το πεδίο λήψης. Αφού με ρώτησε το όνομά μου, μου πρότεινε να προσέχω τον εαυτό μου και τη ζωή μου, και πως ο μόνος δρόμος είναι η μετάνοια. Όταν τον ρώτησα το όνομά του μου απάντησε «Αμαρτωλός». Από τότε έχουμε πιεί καφεδάκι 2-3 φορές, και οι συζητήσεις μας είναι με μια λέξη αξέχαστες…

3c

Αφήνω πίσω μου την Ομόνοια. Όσο πλησιάζω στο σπίτι, κάθε -μα κάθε- φορά σταματάω στον φούρνο που βρίσκεται κοντά στο σπίτι μου για να αγοράσω ένα σταφιδόψωμο. (τα γουστάρω πολύ, αλλά ποτέ δεν έχουν αρκετές σταφίδες ρε γαμώτο…)

Καταρχήν ο ίδιος ο φούρνος αποτελεί περίπτωση και συνειδητοποίησα πως είναι τόσο ιδιαίτερος εξαιτίας του ιδιοκτήτη του. Δυστυχώς δεν είμαι καλός στις περιγραφές όπως είμαι στις παρομοιώσεις, αλλά ειλικρινά πρώτη φορά βλέπω φούρναρη να βγάζει ψωμιά με το τσιγάρο μονίμως στα χείλη του και με το ραδιόφωνο να παίζει Καζαντζίδη, πρώτη φορά βλέπω φούρναρη που να χρειάζεται να τον φωνάξεις για να σε εξυπηρετήσει, πρώτη φορά βλέπω φούρναρη που να μη μιλάει! Εδώ και 3 μήνες, αν εξαιρέσουμε τις Κυριακές που είναι κλειστά, ή όποτε λείπω εκτός πόλεως, πηγαίνω κάθε μέρα. Τον έχω ακούσει να μιλάει μόνο 2 φορές. Την πρώτη μου είπε πόσο κοστίζει το σταφιδόψωμο, και τη δεύτερη όταν τον καλημέρισα είπε κάτι σαν «αχμρρρμρρφφφτςςςςμμμ»

το οποίο και με πολύ χαρά εξέλαβα σαν «καλημέρα φλύαρε». Κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως ο ήρωάς μου μάλλον δεν χρειάζεται την καλημέρα μου. Μόνο τα 50 λεπτά μου για το σταφιδόψωμό του. Και συνέχισα να τον επισκέπτομαι κάθε μέρα σιωπηλός. Η ίδια ρουτίνα καθημερινά. Μπαίνω μέσα – πάω στο ταψί με τα καλούδια – διαλέγω το σταφιδόψωμο που θέλω – παίρνω μόνος μου χάρτινο σακουλάκι – το βάζω μέσα – μαζεύω από το ταψί τις σταφίδες που έχουν πέσει από τα πωληθέντα – ανάβω και κάνα τσιγάρο που και που – πετάω το μονόευρο στον πάγκο – εκείνος με χέρια γεμάτα ξεραμένη μαγιά και αλεύρι μου πετάει τα ρέστα στον πάγκο – Βγαίνω έξω.

3a

Μόλις χθες εφηύρα με ποιο τρόπο θα του κάνω τη ζωή δύσκολη. Κάθε φορά που θα πηγαίνω θα του λέω μια ζεστή καλημέρα και θα του σκάω και ένα χαμόγελο. Μέχρι να μου χαμογελάσει κι αυτός (που δεν το νομίζω).

Στα κόμικς της ζωής μου εγώ είμαι ο κακός της υπόθεσης. Δίνω επικές μάχες με τους ήρωές μου, και βγαίνω «χαμένος». Μου δίνουν και καταλαβαίνω. Μου θυμίζουν πως μπορεί να καταντήσω αν συνεχίσω να εκτιμώ το χρήμα παραπάνω απ’ όσο του αξίζει, μου θυμίζουν πόσο λίγο από το πνεύμα μου χρησιμοποιώ, μου θυμίζουν ότι για πολλούς ανθρώπους υπήρξα ο κατηφής φούρναρης, που έψηνα την αγάπη τους με σταφίδες και την πουλούσα για 50 λεπτά το κομμάτι.

Κείμενο: Στέλιος Χουστουλάκης

Αυτό το Σαββατοκύριακο το pixathlon κάνει guest editing στο ΓΚΡΕΚΑ