Τους And Also The Trees τους ανακάλυψα γύρω στα 16 από τον θείο μου τον Σ., που ζούσε στην Αθήνα. Αυτός ήταν και ο πρώτος άνθρωπος που με μύησε στο post punk/new wave, μια και το όποιο μουσικό παρελθόν είχα είχε καθοδηγηθεί απ’ τα αδέρφια μου, που άκουγαν αποκλειστικά metal. Είναι αυτό που ζεις σε μια επαρχία που στο περιβάλλον σου δε συμβαίνει τίποτα ενδιαφέρον και σκάει ο ψαγμένος πρωτευουσιάνος και φέρνει μαζί του «το καινούριο». Ένα χρόνο νωρίτερα είχα για πρώτη φορά ακούσει στο εξοχικό του το Unknown Pleasures των Joy Division και έκτοτε η ζωή μου άλλαξε. Στον χρόνο που είχε περάσει είχα ασχοληθεί αρκετά ανακαλύπτοντας πολλές νέες μπάντες, αλλά μαζί με τον ενθουσιασμό μου ένιωθα και μια μικρή απογοήτευση. Απογοήτευση γιατί ήμουν ένα ήσυχο και μοναχικό παιδί χωρίς άμυνες που αγαπούσε υπερβολικά την μουσική, σε μια επαρχία που δεν υπήρχε κανείς να μοιραστεί τις επιρροές και τα ενδιαφέροντά σου. Η περίοδος των διακοπών μαζί με το κλείσιμο του σχολείου σηματοδοτούσε πάντα και τον ερχομό του θείου. Σαν τώρα το θυμάμαι, ήταν απόγευμα, 3 μέρες πριν τα γενέθλιά μου, στο τραπέζι υπήρχε μια κανάτα με νερό τιγκαρισμένο στα παγάκια, ένα πιάτο με φρούτα και μια πλαστική καρό σακούλα. «Αυτό είναι για σένα» μου είπε. Μου έγραφε συχνά mixtapes με εξώφυλλα δικά του, συνήθως κολλάζ από περιοδικά τύπου Ποπ+Ροκ. Άλλες φορές μου έγραφε συλλογές, άλλες φορές ολόκληρους δίσκους. Η 60άρα TDK έγραφε «And Also The Trees–Αnd Also The Trees+ Virus Meadow». Επέστρεψα στο σπίτι, κλείστηκα στο δωμάτιό μου και την έβαλα να παίξει. Τα πρώτα δύο λεπτά του «Slow Pulse Boy» με είχαν ήδη πείσει ότι πρόκειται να τους αγαπήσω πολύ. Ο ήχος τους έφερνε στοιχεία απ’ όλες τις αγαπημένες μου μπάντες και ταυτόχρονα δεν έμοιαζε σε τίποτα με αυτές. Σκοτάδι, ρομαντισμός, ευθραυστότητα και δύναμη. Ό,τι μαχόταν μέσα μου το έβρισκα ενορχηστρωμένο. Πλέον έχουν περάσει 7 χρόνια κυριολεκτικού λιωσίματος της δισκογραφίας τους και κάθε φορά είναι σαν εκείνη την πρώτη μέρα. Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαλέξω τα αγαπημένα μου, μια και συνηθίζω να ακούσω τους δίσκους τους σαν μια ενότητα, αλλά με σειρά προτεραιότητας ξεχωρίζω την παρακάτω 5άδα.

maxresdefault

1. Virus Meadow

Το τελευταίο κομμάτι του ομώνυμου δίσκου που κυκλοφόρησε το 1986. Η γοητευτική καταχνιά του σε μαγνητίζει. Επιβλητικό, αλλά πάντοτε ευαίσθητο, δε γίνεται ποτέ «goth». Την πρώτη φορά που το άκουσα ένιωσα σα να τρέχουν πηχτά μαύρα ζουμιά απ’ το ταβάνι. Το θεωρώ κορυφαία δημιουργία και είμαι σίγουρος πως μαζί μου συμφωνεί και το μεγαλύτερο κομμάτι των οπαδών τους.

2. Dialogue

Ας ξεκινήσουμε απ’ τα βασικά. Ολόκληρο το «Klaxon», απ’ την αρχή ως το τέλος, είναι ένα αριστούργημα. Δεν υπάρχει κακό ή μέτριο κομμάτι, παρά μόνο ύμνοι όπως τo «Sunrise» και το σαουντρακικό «Wooden Leg» -μεταξύ άλλων. Η καλύτερη στιγμή όμως αδιαμφισβήτητα είναι το Dialogue. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι αποτελεί ένα απ’ τα πιο δημοφιλή κομμάτια τους.

3. The Critical Distance

Κυκλοφόρησε στο ομώνυμο 12’’ το ’87. Είναι απ’ αυτά τα κομμάτια που δε θες να το ξοδέψεις. Το κρατάς για τις ξεχωριστές στιγμές που θα το χρειαστείς. Από τα ομορφότερα και πιο συγκινητικά τους.

4. Belief in the rose

Αυτό που με εντυπωσίαζε πάντα στους And Also The Trees είναι ότι κατάφερναν να μου δημιουργούν συναισθήματα που βιώνω μόνο όταν ερωτεύομαι. Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

5. Mermen of the Lea

Από το Green is The Sea του 1991. Χαρακτηρίζοντάς το με μια λέξη θα έλεγα «γαλήνιο». Δοκιμάστε και εσείς να το ακούσετε με κλειστά τα μάτια και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Οι And Also The Trees παίζουν απόψε Σάββατο 29 Μαρτίου στο Bios [Πειραιώς 84]. Η είσοδος κοστίζει 19-23 ευρώ.

Κείμενο: Άγγελος Σαμιώτης