Η αγαπημένη μου μουσική σύνθεση είναι το «Chi Mai» του Ennio Morricone. Όχι τόσο επειδή είναι πολύ όμορφο κομμάτι, που είναι, αλλά επειδή το έχω συνδυάσει με την παιδική μου ηλικία. Όχι, δεν προσπαθώ να σε πείσω ότι μεγάλωσα με Ennio Morricone. Με Britney Spears και Backstreet Boys μεγάλωσα. Αγόραζα φανατικά τα cd τους, τα έβαζα στη διαπασών και χτυπιόμουν πάνω κάτω. Άσε που είχα πλουτίσει το «Αφισόραμα» και το «Super Κατερίνα» για να μαζεύω τις αφίσες τους. Μου αρέσει το συγκεκριμένο κομμάτι γιατί μού φέρνει στο μυαλό μια συγκεκριμένη ανάμνηση.

Το αγαπημένο μου λουλούδι είναι ο μενεξές. Όχι επειδή είναι όμορφο λουλούδι, που είναι, αλλά επειδή έχει μια χαρακτηριστική μυρωδιά που την έχω συνδυάσει με την παιδική μου ηλικία.

10410607_332535896903719_5402486683843127575_n
H Bebe Stevens βρέφος.

Όπως καταλαβαίνεις, η αγαπημένη περίοδος της ζωής μου είναι η ίδια η παιδική μου ηλικία. Ίσως και η πιο ευτυχισμένη.

Γεννήθηκα το ‘86 στο Αργυρόκαστρο, στην Αλβανία. Το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας το έζησα με τους παππούδες μου μιας και οι γονείς μου ήρθαν μετανάστες στην Ελλάδα. Μέναμε σε ένα ορεινό χωριό, λίγο πιο έξω από το Αργυρόκαστρο. Το σπίτι μας ήταν πάνω σε έναν γκρεμό. Ξέρεις, από αυτά τα παλιά πέτρινα, με κληματαριά στην μπροστινή αυλή και μια μεγάλη ξύλινη, εξωτερική πόρτα. Στην πίσω αυλή ήταν ο γκρεμός. Δεν ήταν πολύ ψηλός, άντε γύρω στα 15 μέτρα. Μπορεί να κάνω και λάθος, δεν θυμάμαι καλά. Αλλά τότε μου φαινόταν πολύ ψηλός.

Υπήρχε ένα σημείο στη πίσω αυλή, όπου το έδαφος ήταν διαμορφωμένο έτσι ώστε μπορούσες να κατέβεις χωρίς να γκρεμοτσακιστείς και να φτάσεις στη βάση του. Εκεί είχε μια κερασιά και το έδαφος ήταν γεμάτο με μενεξέδες που την άνοιξη άνθιζαν και μύριζε πολύ όμορφα.

Κυκλοφορούσε μια φήμη στο χωριό ότι οι Ιταλοί είχαν θάψει κάτω από την κερασιά έναν μεγάλο θησαυρό. Κάθε τρείς και λίγο, με τα υπόλοιπα παιδιά του χωριού, παίρναμε τους κασμάδες και τα φτυάρια και σκάβαμε για να το βρούμε. Μάταια όμως, πάντα απογοητευόμασταν.

Στο νηπιαγωγείο, φορούσαμε όλοι λευκές ποδιές όπου στο αριστερό μέρος τους ήταν κεντημένο, με κόκκινη κλωστή, το όνομά μας. Μαθαίναμε απ’ έξω ποιήματα για τον κομμουνισμό και τραγούδια για τον Πατέρα Χότζα, όπως τον αποκαλούσαμε. Όταν ερχόταν η ώρα να χλαπακιάσουμε, βάζαμε ο καθένας μας το κολατσιό του σε ένα τραπέζι και το μοιραζόμασταν μεταξύ μας. Όχι, δεν έτρωγε ο καθένας το δικό του. Δεν ήταν καθόλου συντροφικό. Το μοιραζόμασταν. Ξέρεις, αυτά που λέτε εσείς οι σύντροφοι ότι ο καπιταλισμός μας κάνει ανταγωνιστικούς και κτητικούς εγώ δεν τα πιστεύω. Θυμάμαι ότι από τότε ήμουν αρκετά ανταγωνιστική. Εγώ ήμουν πολύ χαμηλών τόνων παιδί. Ορμούσαν τα άλλα παιδιά και έτρωγαν όλα τα ωραία κι εγώ βολευόμουν με ό,τι απέμενε. Δεν μιλούσα ποτέ όμως. Είχα παππού πολιτικό κρατούμενο. Γεννήθηκα με τη συγκεκριμένη ταμπέλα.

Τις ελεύθερες ώρες μας τρέχαμε ξυπόλητοι στις κολεκτίβες και παίζαμε τους παρτιζάνους. Είχαμε φτιάξει ξύλινα σπαθιά και κοπανούσαμε ο ένας τον άλλον. Είχαμε μπλέξει τους παρτιζάνους με τους πειρατές. Μήπως ξέραμε με τι όπλα πολεμούσε ο καθένας τους;

Από μικρή ήμουν πολύ φαντασιόπληκτη και πεισματάρα. Είχα φτιάξει τη δική μου θεωρία για τη ζωή και κανείς δεν μπορούσε να μου την αλλάξει.

Μάταια οι γονείς μου προσπαθούσαν να με πείσουν ότι τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός. Εγώ πίστευα ότι κάθε γυναίκα γεννιέται με ένα μωρό μέσα της και καθώς μεγαλώνει, μεγαλώνει κι αυτό μαζί της. Όταν λοιπόν φτάνει σε ηλικία γάμου, αυτό σημαίνει ότι το παιδί είναι έτοιμο να γεννηθεί, άρα πρέπει να παντρευτεί για να έχει και έναν μπαμπά. Τα παιδιά που ήταν στα ορφανοτροφεία ήταν παιδιά από γεροντοκόρες. Το μόνο που δεν μπορούσα να λύσω ήταν, εφόσον το πρώτο παιδί κάνει 18 χρόνια να μεγαλώσει, το δεύτερο γιατί έρχεται σε μικρότερο χρονικό διάστημα;

10425790_332537850236857_1823101146_n

Μάταια η δασκάλα μας στο νηπιαγωγείο προσπαθούσε να με πείσει ότι η γη είναι στρογγυλή. Εγώ ήξερα ότι είναι επίπεδη και όταν θα μεγάλωνα, θα έφτανα στην άκρη της γης και θα το αποδείκνυα.

Μάταια ο παππούς μου προσπαθούσε να με πείσει να γίνω γιατρός ή δικηγόρος όταν θα μεγάλωνα. Εγώ είχα πάρει την απόφαση να γίνω πυροσβέστης.

Έχω μόνο έναν αδερφό, τρία χρόνια μικρότερό μου. Όταν γεννήθηκα εγώ, ο πατέρας μου είχε απογοητευτεί που βγήκα κορίτσι γιατί ήθελε γιο. Είκοσι οχτώ χρόνια μετά, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι είμαι ο «έρωτας» της ζωής του. Ο παππούς μου δεν το αποδέχτηκε ποτέ. Πάντα σαν αγόρι με αντιμετώπιζε. Με κούρευε σαν αγόρι, με έντυνε σαν αγόρι και μου μάθαινε να βρίζω σαν αγόρι.

Θα είχα και έναν δεύτερο αδερφό ή αδερφή, δεν ξέρω. Αλλά τελικά δεν «έκατσε». Δεν το έχω συζητήσει ποτέ αυτό με την μητέρα μου. Είναι μια άβολη ιστορία. Τη θυμάμαι όμως. Τους είχα κρυφακούσει στη κουζίνα. Θα πήγαιναν στη πόλη εκείνη την ημέρα. Εγώ ενθουσιάστηκα. Περίμενα ότι όταν θα γυρνούσαν θα έφερναν μαζί τους ένα νέο μπέμπη στο σπίτι. Το είχα πει σε όλους τους φίλους μου. Και τους περίμενα όλη μέρα με ανυπομονησία.

Γύρισαν το απόγευμα. Μπήκαν στο σαλόνι, η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και έπαιζε το Chi Mai. Ήταν στους τίτλους αρχής σε μια Ιταλική σειρά που έβλεπε η γιαγιά μου. Έτρεξα κατευθείαν μέσα και άρχισα να φωνάζω όλο ενθουσιασμό «που είναι το μωρό;». Ήθελα όλη μέρα να τους πω ότι το ήξερα αλλά δεν το έλεγα γιατί νόμιζα ότι μας το φύλαγαν για έκπληξη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα της μητέρας μου. Σαν χθες το θυμάμαι. Με κοίταξε παγωμένη για λίγη ώρα και μετά έβαλε τα κλάματα.

Εκείνο το απόγευμα, κατεβήκαμε πάλι με τους φίλους μου στη κερασιά και αρχίσαμε να σκάβουμε. Βρήκαμε ένα μπαούλο, όχι με θησαυρό όμως αλλά με μπαρούτι και όπλα. Φωνάξαμε έναν γείτονα που ήταν γύρω στα είκοσι και του το δείξαμε. Μας βοήθησε να το ανεβάσουμε και το πήγαμε σπίτι του. Εκείνο το βράδυ, είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου πυροτεχνήματα.

Bebe Stevens