Ο Σωτήρης Κατσαρός από 13 ετών ήταν στο Πολεμικό Ναυτικό και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε υποβρύχιο. Συνταξιούχος, πλέον, μηχανικός, θυμάται ιστορίες κάτω απ’ το νερό και μας δίνει ένα σωρό πληροφορίες για τις χιλιάδες ώρες που πέρασε σε μια στενάχωρη κουκέτα.

Από την πρώτη φορά που μπήκα σε υποβρύχιο μου άρεσε. Ήμουν νέος και με τραβούσε. Θαύμαζα και τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί μέσα και είπα «γιατί να μην πάω και εγώ;». Τα χρόνια υπηρεσίας στα υποβρύχια τα μετρούσαν διπλά, σου έδιναν κι ένα επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και έτσι το πήρα απόφαση. Από όλους τους μαθητές της σειράς μου μόνο ένας είχε κλειστοφοβία: με το που καταδύθηκε το υποβρύχιο, άρχισε να ουρλιάζει «δεν μπορώ, βγάλτε με» κι έβγαζε αφρούς από το στόμα του. Εγώ αυτό δεν μπορούσα να το αισθανθώ, προσπαθούσα μόνο να βρω ένα κρεβάτι λίγο πιο απόμερο, για να έχω την ησυχία μου.

scan424D

Σε καιρό πολέμου προβλέπεται ότι αν το υποβρύχιο μείνει για κάποιον λόγο κάτω και δεν μπορεί να ανέβει στην επιφάνεια, επειδή το οξυγόνο είναι περιορισμένο, ο καπετάνιος έχει το δικαίωμα να πυροβολεί έναν-έναν από το πλήρωμα που δεν είναι αναγκαίος για τη λειτουργία του υποβρυχίου.

scan424C

Η ζωή στο υποβρύχιο ήταν δύσκολη και όσο μεγαλύτερη η διάρκεια του ταξιδιού, τόσο δυσκόλευε. Το μεγαλύτερο ταξίδι που έχω κάνει είναι 25 μέρες χωρίς να δω ήλιο, από τη Γερμανία μέχρι την Αίγινα, με μία στάση στην Ιταλία. Είχαμε πάθει ζημιά στο ραντάρ και ήρθε ένα συνεργείο για να το επισκευάσει. Αρχικά χάνεις τον έλεγχο της ώρας, δεν ξέρεις αν είναι μέρα η νύχτα, γιατί είσαι συνεχώς με τη λάμπα. Μετά από μερικές μέρες έχεις κι άλλα προβλήματα, δηλαδή δεν κινείσαι, πηγαίνεις από το κρεβάτι σου στη βάρδιά σου μόνο, οξυγόνο δεν υπάρχει –είναι πάρα πολύ λίγο– και τρως, αλλά δεν μπορείς να χωνέψεις, πρήζεται η κοιλιά σου. Ο καθένας που έχει μία θέση στο υποβρύχιο έχει και μια υπεύθυνη βάρδια και το λάθος του ενός μπορεί να στοιχίσει τη ζωή όλων.

Στα γερμανικά υποβρύχια που είχαμε τότε ήμασταν 27 άτομα πλήρωμα, διανεμημένο σε τρεις βάρδιες. Κάνεις δύο τετράωρα μέσα στο 24ωρο. Τις άλλες ώρες μπορείς να φας ή να παίξεις τάβλι, να δεις τηλεόραση. Αλλά τις πιο πολλές ώρες κοιμάσαι γιατί είσαι πτώμα λόγω της έλλειψης οξυγόνου, δεν νιώθεις δυνατός. Κάποτε μας είχε τύχει μια ζημιά και πέρα από την αφόρητη ζέστη στις μηχανές, δεν είχαμε και δύναμη να δουλέψουμε, ήμασταν πολύ πεσμένοι. Τα υποβρύχια αυτά κατεβαίνουν μέχρι τα 400 μέτρα, αλλά, καθώς παλιώνουν, το βάθος που μπορούν να φτάσουν μειώνεται.

Όπως καταδύεται το υποβρύχιο, μένει μέσα ο αέρας που είχε στην επιφάνεια. Και με αυτό τον αέρα περνούσαμε, αυτόν τον αέρα αναπνέαμε. Βέβαια, είχαμε κάποια κάνιστρα που είχανε μέσα ένα χημικό σαν ρύζι, απ’ όπου περνούσε ο αέρας και καθάριζε από το διοξείδιο, αλλά μετά από λίγο δεν το έκανε και τόσο καλά. Υπήρχαν μετρητές που έδειχναν τα επίπεδα οξυγόνου και διοξειδίου. Με αυτό τον αέρα μπορούσαμε να κρατήσουμε γύρω στις 20 ώρες. Και μετά έπρεπε να ανέβουμε για να πάρουμε φρέσκο – αλλά δεν είναι μόνο ο αέρας που θα μας ανάγκαζε να ανέβουμε. Το υποβρύχιο ήταν ηλεκτροκίνητο, έπαιρνε ενέργεια από μπαταρίες, είχε γύρω στις 500 μέσα οι οποίες έπρεπε να φορτιστούν. Για να πάρουμε αέρα έπρεπε να ανέβουμε σε περισκοπικό βάθος, δηλαδή τρία μέτρα κάτω από το νερό. Τότε μπορούσαμε να βγάλουμε πάνω ιστούς, κεραίες, να μιλήσουμε με το αρχηγείο, παράλληλα να βγάλουμε και ιστό-σωλήνα που είχε πάνω μία βαλβίδα απ’ όπου μπορούσαμε να τραβήξουμε αέρα ώστε να ανανεωθεί στον χώρο, να δουλέψουν οι μηχανές και να φορτίσουν τις μπαταρίες. Τα καυσαέρια έφευγαν από ένα σύστημα φλαπς που υπήρχε στο πίσω μέρος του πυργίσκου για να διασκορπιστούν τα καυσαέρια ώστε να μη δημιουργούνται μπουρμπουλήθρες και εντοπιζόταν το υποβρύχιο. Και έτσι γινόταν φόρτιση των συστοιχιών και η ανανέωση του αέρα. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι που μπορούσαμε να κάνουμε ανανέωση του αέρα, αν αναγκαζόμασταν να μείνουμε κάτω για διάφορους λόγου, π.χ. σε περίπτωση που μας είχε στριμώξει από πάνω ο εχθρός και δεν μπορούσαμε να αναδυθούμε.

Επειδή ζούσαμε κλεισμένοι εκεί μέσα, είχαμε τα πάντα κοινά. Εξάλλου, υπάρχουν και οι βαθμοί. Εγώ ήμουν ανθυπασπιστής, ο αρχαιότερος. Και ακολουθούσαμε και μία συγκεκριμένη πολιτική βάσει της αρχαιότητας: ο νεότερος άκουγε τον παλιό. Και όταν έχεις πάει παιδί δεκατριών χρονών στον στρατό, έχεις μπει στο καλούπι, δεν μπορείς να ξεφύγεις.

scan425B

scan425A

scan424A

Μέσα στο υποβρύχιο είχαμε και μπάνια και τουαλέτες και μαγειρείο κι απ’ όλα. Είχε ψυγεία με κρέατα, κυρίως κιμά, και λαχανικά. Τα λαχανικά τα καταναλώναμε πρώτα και μετά κονσέρβες. Ο μάγειρας μπορούσε να φτιάξει και ψωμί . Το κακό είναι ότι ο αέρας που αναπνέαμε στις 20 ώρες μολυνόταν με διάφορους τρόπους. Καμιά φορά δεν είχαμε νερό, οπότε αναγκαζόμασταν να πλύνουμε το δόντια μας με πορτοκαλάδα. Έχει τύχει και να ξυριστώ με πορτοκαλάδα. Η τουαλέτα, πάντως, δεν είχε διαφορά από τις συμβατικές.

Όταν το ταξίδι είναι μεγάλο, μετά από κάποιες μέρες αρχίζεις και δεν κοιμάσαι, χάνεις τον ρυθμό σου, χάνεις τις μέρες και βλέπεις ότι στις θέσεις που κάνεις βάρδια μένουν και οι προηγούμενοι και οι επόμενοι, και αρχίζουν τις ιστορίες. Τότε καπνίζαμε κιόλας – κάπνιζα κι εγώ. Το ντουμάνι ήταν τέτοιο που δεν έβλεπες στα δύο μέτρα, κοιτούσες τον άλλο και δεν τον γνώριζες. Σε ασκήσεις που δεν ξέραμε πόσες ώρες θα μέναμε κάτω έλεγαν ότι απαγορευόταν το κάπνισμα, αλλά εμείς οι μηχανικοί κρυβόμασταν κάτω στις μηχανές και καπνίζαμε στη ζούλα. Δεν καταλάβαινε όμως κανείς τίποτα, γιατί δεν μπορούσε κανείς να μυρίσει. Κάναμε και διάφορες φάρσες: βάζαμε γράσο στα παπούτσια του άλλου ή αβγά και λέγαμε στον καπετάνιο να σημάνει συναγερμό για να πεταχτούν όλοι και ν’ αρχίσουν να ψάχνουν τα παπούτσια τους. Τα κρεβάτια ήταν τριάδες ή τετράδες λόγω του κυκλικού σχήματος του υποβρυχίου. Ήταν τόσο κοντά το ένα πάνω από το άλλο, που έμπαινες σφηνωτός. Πλευρό δεν μπορούσες να αλλάξεις ούτε πόδι να σηκώσεις, γιατί το πόδι σου εύρισκε στο πάνω κρεβάτι.

Όταν ήμουν πιτσιρικάς, είχαμε τρία αμερικάνικα υποβρύχια: την Αμφιτρίτη, τον Ποσειδώνα, και μετά ήρθε η Τρίαινα. Μας τα είχαν κάνει δώρο, αλλά τα ανταλλακτικά τα πληρώναμε χρυσάφι – έβγαζαν δέκα φορές την αξία του υποβρυχίου. Μετά πήραμε δύο ακόμα: τον Κατσώνη και τον Παπανικολή. Εν συνεχεία, αρχίσαμε να παραλαμβάνουμε υποβρύχια από τη Γερμανία: τον Γλαύκο, τον Νηρέα, τον Τρίτωνα και τον Πρωτέα. Μετά παραλάβαμε τον Ποσειδώνα, την Αμφιτρίτη, τον Ωκεανό, τον Πόντο και τώρα έχουμε παραλάβει τον Παπανικολή, που λένε ότι «γέρνει». Έχουμε άλλα τρία στον Σκαραμαγκά και περιμένουμε τη Μέρκελ να μας δώσει λεφτά για να τελειώσουν. Εν ενεργεία έχουμε επτά.

scan424B

scan423B

Σε καιρό πολέμου προβλέπεται ότι αν το υποβρύχιο μείνει για κάποιον λόγο κάτω και δεν μπορεί να ανέβει στην επιφάνεια, επειδή το οξυγόνο είναι περιορισμένο, ο καπετάνιος έχει το δικαίωμα να πυροβολεί έναν-έναν από το πλήρωμα που δεν είναι αναγκαίος για τη λειτουργία του υποβρυχίου.

Δύσκολα προκύπτει πρόβλημα στην υγεία του πληρώματος – τουλάχιστον εμένα τόσα χρόνια δεν μου έτυχε ποτέ να αρρωστήσει κάποιος, επειδή όλοι είναι νέοι. Ο καπετάνιος, λόγου χάρη, μπορεί να είναι μέχρι πλωτάρχης στον βαθμό, δηλαδή να είναι το πολύ 35-36 χρονών. Δεν δικαιολογείται μεγαλύτερος βαθμός σε υποβρύχιο. Άσε που ο οργανισμός δεν έχει αντοχές πέρα από την ηλικία των 35…

Κείμενο: M.Hulot

scan426

scan425c

scan423C

scan423A