Ο Ζαν-Μπατίστ ανήκει στην ελίτ της γαλλικής δημοσιογραφίας. Grand reporteur και Grande signature (κάτι σαν τίτλοι τιμής για έναν ρεπόρτερ και αρθρογράφο) εδώ και πολλά χρόνια, έχει δουλέψει για τα μεγαλύτερα έντυπα μέσα της χώρας του. Το 2001 εγκατέλειψε τη Le Monde για να πάει στον Nouvel Observateur, όπου εργάζεται μέχρι και σήμερα. Είναι επίσης πατέρας δυο εφήβων αγοριών, απίστευτα πλακατζής και μανιώδης ψαράς (για τα γενέθλιά του, φέτος, έχει κανονίσει ταξίδι στη Νορβηγία για να ψαρέψει σολομούς). Και κάτι ακόμη, είναι ο πιο κουλ δημοσιογράφος που έχω γνωρίσει ποτέ. Όταν οι άλλοι αγχώνονται και ψάχνουν διαρκώς να εμπλουτίσουν το θέμα τους με όλο και περισσότερες συνεντεύξεις -που, τελικά, μένουν στο συρτάρι (ή στο μπλοκάκι τους), εκείνος χαμογελάει και σου λέει: «Αρκεί. Κατάλαβα, έχω εικόνα. Δε μου χρειάζεται κάτι περισσότερο». Συναντηθήκαμε ξανά στα πλαίσια ενός ρεπορτάζ. Έχει βρεθεί ήδη αρκετές φορές στην Αθήνα για δουλειά. Φέτος το καλοκαίρι θα έρθει πρώτη φορά στην Ελλάδα για διακοπές. Θα γυρίσει τις Κυκλάδες με ιστιοφόρο. Ήπιαμε άπειρους καφέδες και χαζολογήσαμε αρκετά μεταξύ των ραντεβού του. Για τη ζωή του ήξερα ήδη αρκετά κι ακόμη περισσότερα για τις τρελές ιστορίες από τα ταξίδια του αλλά βρήκα την ευκαιρία να μάθω και άλλες λεπτομέρειες.

Rozali 3

Πώς πήρες την απόφαση να γίνεις δημοσιογράφος;
Το κατάλαβα αρκετά νωρίς ότι ήθελα να ακολουθήσω αυτόν τον δρόμο. Μου αρέσουν τα ταξίδια, η γραφή και η πολιτική… ήταν σχεδόν μονόδρομος. Το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι το έκανα στα δεκαπέντε. Φύγαμε, παρέα με τον κολλητό μου, από τη Γαλλία με μοτοποδήλατα και φτάσαμε στο νότιο Μαρόκο, στη Σαχάρα. Καλύψαμε 12.000 χλμ. σε δυο μήνες.

Εδώ ήταν που γούρλωσα τα μάτια… Καλά, και οι γονείς σου; (ανέκραξε η βέρα ελληνοπούλα!) Δεν είπαν τίποτε;
Δεν είχαν καμιά επιλογή. Απλώς το αποφάσισα, μου απάντησε αδιάφορα. Έφυγα από το Παρίσι και, όταν έφτασα «κάτω», τηλεφώνησα στον πατέρα μου για να τον ενημερώσω… Έτσι ξεκίνησα με τα ταξίδια και γι’ αυτό το μόνο που με ενδιαφέρει πραγματικά είναι το διεθνές ρεπορτάζ.

Η είσοδός στου στο επάγγελμα ήταν αρκετά ενυπωσιακή. Στα 25 του, και ενώ ακόμη ήταν φοιτητής δημοσιογραφίας, μπήκε παράνομα στην, τότε κομμουνιστική, Βουλγαρία για να πάρει συνέντευξη από έναν αντάρτη που κρυβόταν στα βουνά. Η συνέντευξή του παίχτηκε σε όλα τα μεγάλα διεθνή μέσα, όπως το France 2 και το BBC. Όταν, αργότερα, το καθεστώς ανετράπη ο άλλοτε αντάρτης εξελέγη βουλευτής κι ο J-B έγινε σταρ στη βαλκανική χώρα.
«Δε χρειάζεται καν να συστηθώ όταν την επισκέπτομαι. Δε χρειάζεται να πιέσω κανέναν για να μου δώσει συνέντευξη και όλοι μου αποκαλύπτουν πράγματα που με μεγάλη δυσκολία θα αποκάλυπταν σε άλλους δημοσιογράφους».

Ποια είναι η πιο ενδιαφέρουσα εμπειρία σου ως τώρα;
Σίγουρα η πτώση του Κομμουνισμού. Ήταν κάτι που έζησα από κοντά. Πολύ κοντά. Είδα τον παλιό κόσμο του Ψυχρού Πολέμου να διαλύεται μποστά στα μάτια μου. Αλλά με κόστος. για ένα μήνα περίπου κοιμόμουν το πολύ δυο με τρεις ώρες την ημέρα. Ήταν εντυπωσιακό: μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα η Σοβιετική Ένωση κατέρρευσε και ξαφνικά αναδύθηκαν νέες χώρες. Κι εγώ ήμουν εκεί, μπόρεσα να ζήσω την ιστορία άμεσα.

Μιλά με πάθος για την Ιστορία που μπόρεσε να βίωσει (έζησε αρκετά χρόνια εκτός Γαλλίας, κυρίως στην ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια) και τόν προβληματίζει η ταχύτητα με την οποία γράφεται η Ιστορία σήμερα: «υπερβολικά γρήγορα», μονολογεί, «οι πληροφορίες μεταδίδονται πλέον άμεσα, η Ιστορία γράφεται τη στιγμή που συμβαίνει κι αυτό δεν αφήνει πολύ χρόνο για σκέψη, για σωστούς ή συνετούς χειρισμούς. Χρειάζεται χρόνος για να αλλάξουμε, για να προσαρμοστούμε». Αλλάζω κι εγώ γρήγορα θέμα. Θέλω να δω ξανά τον J-B ενθουσιώδη και όχι πολύ σκεφτικό…

Rozali 5

Η πιο αστεία εμπειρία σου;
Έχω πολλές.. Αν πρέπει να επιλέξω μια θα ήταν αυτό που μου συνέβη στη Μολδαβία. Όταν το 1990 πήγα να καλύψω τη διαμάχη με τους Ρώσους, όλοι οι ιθύνοντες ήταν πεπεισμένοι ότι ήμουν ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Μιτεράν, σε μυστική αποστολή, πραγματικά δεν ξέρω πώς τους ήρθε αυτή η ιδέα! Μάλιστα, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο πρόεδρος έσκυψε προς το μέρος μου δυο-τρεις φορές και μου είπε με συνομωτικό ύφος: «Όταν θα δείτε τον κο Μιτεράν πείτε του…» Ήταν αδύνατον να τον μεταπείσω. Κάθε φορά που προσπαθούσα να του εξηγήσω ότι ήμουν απλός δημοσιογράφος μου έλεγε πονηρά: «Ναι, ναι, έτσι. Δεν είμαι χαζός. Ξέρω ποιον έχω απέναντί μου». Και δεν ήταν ο μόνος. Και οι Ρώσοι αξιωματούχοι το ίδιο πίστευαν. Το πιο αστείο είναι ότι, χρόνια αργότερα, όταν πια η Μολδαβία ανεξαρτητοποιήθηκε, μου τηλεφώνησαν από το Υπ. Εξωτερικών (σ.σ. της Γαλλίας) προκειμένου να τους υποδείξω κάποια άτομα με επιρροή που θα μπορούσαν να προσεγγίσουν εκεί, καθώς ήμουν ο μόνος γάλλος δημοσιογράφος που είχε καλύψει ρεπορτάζ στη συγκεκριμένη περιοχή. Η αναφορά του ονόματός μου από το συγκεκριμένο φορέα αρκούσε για να επιβεβαιώσει τις υποψίες τους. Την επόμενη φορά που επισκέφθηκα τη Μολδαβία όλοι πια ήταν πεπεισμένοι ότι είχαν δίκιο τότε.

Αρκετά με το χαβαλέ! Και η μεγαλύτερη απογοήτευση που πήρες από το επάγγελμα;
Ηταν το 1994, στο Ζαϊρ, στα σύνορα με τη Ρουάντα. Μέναμε σε ένα άτυπο στρατόπεδο και ο γαλλικός στρατός, που βρισκόταν εκεί για να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια, μας έδινε καθημερινά 1 λίτρο νερό και ένα «κουτί επιβίωσης» με στοιχειώδη τρόφιμα. Ήταν Ιούλιος και η ζέστη ήταν αφόρητη. Γύρω μας, έξω από τα συρματοπλέγματα, βρίσκονταν, σε άθλιες συνθήκες, πρόσφυγες από τη Ρουάντα. Είχε ξεσπάσει επιδημία χολέρας και οι νεκροί έφταναν τους 3.000 τη μέρα… Ήταν απίστευτα σκληρό. Οι άνθρωποι πεινούσαν, ζητούσαν τροφή. Δυσκολευόμουν ακόμη και να φάω τη στιγμή που έβλεπα τους άλλους να λιμοκτονούν. Μαζί μας βρισκόταν ένα συνεργείο από κάποιο γαλλικό κανάλι. Ο δημοσιογράφος προσέλκυε παιδιά, με τα ζαχαρωτά που μάς μοίραζαν, μέσα στο στρατόπεδο για να «φτιάξει εικόνα» όση ώρα μιλούσε στην κάμερα και μετά απλώς τα έδιωχνε χωρίς να τους δώσει τίποτε… Για μένα όλο αυτό ήταν ένα «ανθρωπιστικό τσίρκο». Η κατάσταση αυτή με τάραξε τόσο που αποφάσισα να φύγω από ‘κεί. Πέρασα μέσα στη Ρουάντα και κάλυψα τη γενοκτονία.
Δε θέλω, όμως, να είμαι άδικος. Υπάρχουν και συνάδελφοι που είναι εξαιρετικοί άνθρωποι. Την ημέρα που έφτασα στα σύνορα Ζαϊρ-Ρουάντας, συνέβη μπροστά στα μάτια μου κάτι συγκινητικό: οι πρόσφυγες που περνούσαν τα σύνορα έπεφταν πάνω σε νάρκες και οι φωτογράφοι που ήταν παρόντες, αντί να τραβούν φωτογραφίες, τους έπαιρναν και τους μετέφεραν με τα αυτοκίνητά τους στο νοσοκομείο. Μόνο ένας διανοήθηκε να φωτογραφήσει τη σκηνή και, όταν οι φωτογραφίες του έφτασαν στο Παρίσι, οι αρχισυντάκτες των υπολοίπων τους έβαλαν μεγάλη φασαρία γι’ αυτό που θεώρησαν ως αντιεπαγγελματισμό… Δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι καθάρματα.

Τον κοιτώ και χαμογελώ. Ξέρω πως είναι ένας ευσυνείδητος άνθρωπος μα και κάποιος που έχει τακτοποιήσει προ πολλού τα πράγματα μέσα στο μυαλό του. Ξέρει ότι στο συνάφι του υπάρχουν εντάξει άνθρωποι μα και εκείνοι που βγάζουν το κακό όνομα για όλους… Ξέρει τους πάντες και τα πάντα και οι στιγμές που μιλά για συναδέλφους είναι πάντα απολαυστικές, είτε πρόκειται για δημοσιογράφους που εκτιμά είτε για άλλους που σχεδόν περιφρονεί. Πάντα, όμως, τα σχόλιά του είναι αυτό που λέμε χαριτωμένα. Έχει φοβερή αίσθηση του χιούμορ και ένα μοναδικό τρόπο να αφηγείται ιστορίες, όπως την εμπειρία του από την Τσετσενία… τη χώρα των τρελών, το χωριό του Αστερίξ, όπως του αρέσει να λέει.

Rozali 6

Οι Τσετσένοι είναι διαφορετικοί από οποιονδήποτε λαό έχω γνωρίσει ως τώρα (και έχει γνωρίσει πολλούς και καλά). Δε φοβούνται! Είναι απίστευτο. Δε φοβούνται τίποτε και κυρίως όχι το θάνατο. Λάθος, ένα πράγμα φοβούνται: να μην ατιμαστεί το όνομά τους. Η τιμή είναι πάνω απ’ όλα! Τους έβλεπα να μαλώνουν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια των μαχών για το ποιος θα επιτεθεί σε ποιον… όταν όλοι οι υπόλοιποι τρέχαμε μακριά από τους αντιπάλους για να προστατευτούμε, εκείνοι όρμαγαν κατά πάνω τους. Ακριβώς σαν τους Γαλάτες στον «Αστερίξ». Μια φορά, σε ένα χωριό, με είχε φιλοξενήσει μια οικογένεια. Την επομένη έφυγα και λίγο αργότερα έμαθα ότι είχε σκάσει μια οβίδα μέσα στην κρεβατοκάμαρα του οικοδεσπότη μου. Όταν τον ξανασυνάντησα και τον ρώτησα γι’ αυτό, άρχισε να ουρλιάζει: «Το φαντάζεσαι; Παραλίγο να σκοτωθώ!» Κούνησα το κεφάλι με κατανόηση αλλά δεν είχα καταλάβει καλά… «Φαντάζεσαι να σκοτωνόμουν, εν καιρώ πολέμου, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου; Φαντάζεσαι την ντροπή;!» Αυτό τον ένοιαζε. Μόνο! Τους έχω δει να καταδιώκουν τα ρώσικα τανκ με παλιά Lada: γκάζι, φρενάρισμα και επί τόπου στροφή μπροστά από το τανκ. Έβγαιναν από τα παράθυρα και το γάζωναν. δε λογάριαζαν τίποτε! Και ταυτοχρόνως πολύ φιλόξενοι και εξυπηρετικοί. Θυμάμαι έναν τύπο που γύρισε πίσω 300 χλμ διαδρομή για να φέρει στο αεροδρόμιο το κινητό μου, που είχα ξεχάσει στο πορ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου του!

Για την Ελλάδα δεν έχει άποψη. Ποτέ δεν έχει άποψη όταν καλύπτει ρεπορτάζ. Τον έχω δει με συναδέλφους του εδώ, στην Αθήνα. Όλοι τον ρωτούν τη γνώμη του μα διστάζει να απαντήσει ακόμη και για την κατάσταση στη χώρα του. Αυτή την περίοδο το θέμα που τον διασκεδάζει περισσότερο (νομίζω γιατί μπορεί να αστειεύεται αρκετά με αυτό) είναι το σκάνδαλο με τον πρωθυπουργό Φρανσουά Ολάντ. Όταν τον κοιτώ με το ύφος «μα είναι δυνατόν; δεν του φαινόταν» εκείνος με κοιτά λίγο πονηρά και μου υπενθυμίζει πως έχουν παράδοση στη Γαλλία σε αυτό τον τομέα. κατά βάθος οι περισσότεροι Γάλλοι είναι περήφανοι για τη φήμη τους ως γυναικάδες και άπιστοι – είμαι πια πεπεισμένη γι’ αυτό.

Έχεις σχέδιά. Τι θες να κάνεις στο μέλλον;
Εκτός από το να σε παντρευτώ (η μόνιμη πλάκα του) θέλω να γράψω κάποια στιγμή ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο-ντοκουμέντο αλλά δε θα σου αποκαλύψω το θέμα. Ίσως και ένα βιβλίο μυθοπλασίας, θα δούμε. Και, κυρίως, θέλω να συνεχίσω να δημοσιογραφώ. Αυτό που δε θέλω με τίποτε είναι να εξελιχτώ! Σε αυτό το σημείο, τεντώνεται προς τα εμπρός και τα μάτια του σκοτεινιάζουν. Φαίνεται πως αυτή η προοπτική τον ταράζει. Αν η καριέρα μου, μέσα στο περιοδικό, πάρει «ανοδική πορεία», αυτό σημαίνει ότι θα γίνω αρχισυντάκτης. Κι αυτό είναι ο εφιάλτης μου. Γιατί τότε θα πρέπει να καθίσω πίσω από ένα γραφείο και να επιτηρώ άλλους. Κατηγορηματικά όχι. Ή μάχιμος δημοσιογράφος ή τίποτε!

Κείμενο: Βεατρίκη Τριφύλλη
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Ακρίβος