Είναι απ’ αυτά τα παιδάκια που το National Geographic φτιάχνει πάνω του εξώφυλλα. Αλλιώτικα όμορφος, με τα μάτια βαμμένα με αυτό το κάρβουνο που τους δίνει βάθος και λύπη. Στην Πέτρα βρεθήκαμε με τη Νikon. Δημοσιογραφική αποστολή τύπου, εγώ δηλαδή και άλλοι χαρούμενοι δημοσιογράφοι που βγάζαμε φωτογραφίες, αλλά κυρίως τρώγαμε και ξαπλώναμε στα πεντάστερα ξενοδοχεία πανευτυχής που κάποιος χορηγός μας πλήρωνε το ταξίδι. Ο μικρός βεδουίνος με φόρτωσε στο μουλάρι ή το γαϊδούρι του (πάντα τα μπερδεύω αυτά) για λιγότερο από πέντε ευρώ. Εκείνος σκονισμένος και άγουρος. Εγώ ώριμη, φρεσκοπλυμένη και ξανθομαλλούσα. Σ’ αυτές τις χώρες το ξανθό από μόνο του κάνει εφέ ακόμα και αν είσαι η Στέλα Μπεζαντάκου. Ο μικρούλης με κοίταγε σαν «Ξανθή, αγαπημένη Παναγιά» και το πηγαίναμε το φαράγγι με ματιές ηλεκτρισμένες. Του άρεσα ολοφάνερα, τόσο που το πήραν πρέφα και οι άλλοι δημοσιογράφοι και με είχαν στη καζούρα -τι του κάνες έλεγαν του βεδουίνου και τρελάθηκε. Η αλήθεια είναι ότι ήμασταν στο ίδιο size και αυτό του έβγαζε κάτι προσιτό. Είχαμε πιάσει και «κουβεντούλα» γιατί το αγγλικό το έχει μάθει από τους τουρίστες, και το μιλάμε φαρσί. Τον ρωτούσα για τη ζωή του. Έμενα σε μια σπηλιά, μέσα στην Πέτρα. Είχε πολλά αδέρφια, τόσα που δεν τα είχε μετρήσει ποτέ. Στην σπηλιά του είχε αφίσες της Madonna και της Lady Gaga. Και το βράδυ κοιμόταν πάντα με τον φακό αναμμένο, γιατί τον αγρίευε το σκοτάδι. Τέτοια λέγαμε, η ώρα περνούσε. Είναι και μεγάλο το φαράγγι. Μετά από λίγο άρχισε να μου ψελλίζει «Give me a kiss». Εγώ κολακευμένη, που το μικρό έπαθε ντουβρουντζά, του έδινα φιλάκια στον αέρα. Και όλα ήταν ανέμελα. Η εφηβεία του ξυπνούσε, εγώ πάνω στο μουλάρι ένιωθα με έναν άλλο τρόπο ανέμελη και αφελής, όλα ήταν κάπως σε μια ροζ απόχρωση, αφού η Πέτρα δημιουργεί παράξενες αντανακλάσεις με το φως. Όταν πια φτάσαμε στο τέλος της διαδρομής και κατεβήκαμε από μουλάρια, γαϊδούρια, άλογα και καμήλες, μάθαμε πως είχαμε μια ώρα διαθέσιμη για φωτογραφίες, σιέστα, ή, τέλος πάντων, ό,τι ήθελε ο καθένας. Τότε ήταν που το μικρό μού πρότεινε να μου δείξει την σπηλιά του. Φυσικά ήθελα, γιατί δεν βρίσκεις κάθε μέρα σπηλιά βεδουίνου με αφίσες της Lady Gaga και της Madonna. Αυτό από μόνο του ήταν δυνατό άνοιγμα για το ρεπορτάζ. Θα έκανα και περήφανη τη Nikon που με είχε επιλέξει. Ήταν δηλαδή η περιέργεια, που με έκανε να πάω εκεί, αλλά και το δημοσιογραφικό δαιμόνιο- μεράκι, τρομάρα μου.

julie_bed

Η σπηλιά του μικρού είπε ότι ήταν κοντά, μα δεν ήταν και μέσα στα μνημεία της Unesco. Πρέπει να ήμουν πάνω στο γαϊδούρι κανένα εικοσάλεπτο και είχαμε αρχίσει να απομακρυνόμαστε από το γκρουπ, τους τουρίστες τον πολιτσμό. Το μικρό ζήταγε επίμονα πλέον το φιλί του, εγώ όμως παρέμενα στην κοσμάρα μου. Σκεφτόμουν «αα μωρέ το μικρούλι γούστο που έχει» και δεν το έπαιρνα καθόλου στα σοβαρά το αμούστακο.

Με εκείνα και με τα άλλα φτάσαμε σε ένα σύμπλεγμα από σπηλιές κάτι σαν τα Μάταλα στη Κρήτη και εκεί έμαθα ότι ήταν τα αυτοσχέδια σπίτια τους. Ήταν όμως κάτι σαν νεκροπολιτεία, γιατί δεν υπήρχε ψυχή ζώσα τριγύρω. Πράγματι, το όλο σκηνικό είχε πολύ μεγάλο φωτογραφικό ενδιαφέρον. Και κοινωνιολογικό. Μπήκα στο σπηλιο-σπιτό του, μύριζε κάτουρο και κλεισούρα, άναψα τα φλας και άρχισα να φωτογραφίζω τη Madonna που είχε πάρει υγρασία και το μισό της μούτρο ήταν σαν φαγωμένο. Κάποια στιγμή το μωρό με βουτάει και μου δίνει ένα γλωσσόφιλο, εντελώς άγαρμπο αλλά αποφασισμένο. Από αυτά που πρώτα βγαίνει η γλώσσα και μετά έρχεται το φιλί. Αντιστέκομαι και εντελώς έκπληκτη το ρωτάω -«Που τα ’μαθες αυτά μικρέ;». Και τότε είπε το πρώτο ασύλληπτο –«Μας φιλάει έτσι η μάνα μας»!

«Με γλώσσα;» ρωτάω εγώ. «Πώς αλλιώς να μας φιλήσει;», ρωτάει εκείνο ακόμα πιο έκπληκτο από την ερώτηση, που καθώς φαίνεται από τα γεννοφάσκια του έτσι το γλωσσοφιλούν. Που είσαι Φρόιντ να πάθεις κολούμπρα και να δώσεις μια άλλη διάσταση στο Οιδιπόδειο, σκεφτόμουν, και εκεί πάνω που είχα συγκλονιστεί με τη Βεδουίνα-μάνα , και είχαμε βγει έξωθεν της σπηλιάς, στον καυτό δηλαδή ήλιο της ερήμου, εκείνο σαν δαιμονισμένο άρχισε να βγάζει κάτι κραυγές τύπου ιαχές πολέμου, από αυτές που σπάνε το φράγμα του ήχου. Κάτι σαν δική τους ενδοσυνεννόηση που έχει μείνει όμως πίσω στους αιώνες, και σε πιο ενστικτώδεις συμπεριφορές. Και εκεί, από τα βάθη της ερήμου, άρχισαν να έρχονται καβαλάρηδες, κάτι  μουστακαλήδες εντελώς Μουζαχεντίν που μόνο 13χρονους δεν τους έλεγες. Εκείνο το λεπτό και μόνο εκείνο, κατάλαβα ότι είμαι υπερβολικά αφελής. Εnjeny που λένε και οι Γάλλοι, αλαφροΐσκιωτη που θα λέγε η γιαγιά μου. Ήταν λάθος να αφήσω να με οδηγήσει το μικρό στον καταυλισμό του. Λάθος, να θέλω να έχω άνοιγμα τη Gaga μέσα στην σπηλιά. Λάθος, που τον άφησα να περιμένει ένα υγρό φιλί. Όλα ένα λάθος. Μα τέτοιες στιγμές, που η παρτούζα της ερήμου και δη της  Πέτρας πλησιάζει με εμένα  πρωταγωνίστρια, δεν σκέφτεσαι τα λάθη, αλλά τα πιθανά άσχημα σενάρια. Το επικρατέστερο ήταν να με απαγάγουν και να με οδηγήσουν βαθιά μέσα στην έρημο να κάνω την οδαλίσκη σε κανένα χαρέμι της συμφοράς. Είχα μπλέξει, από κάθε άποψη. Και αυτά που λένε, δήθεν, ότι αν δεν μπορείς να το αποφύγεις κάτσε να το απολαύσεις, είναι μεγάλες μπαρούφες. Με «έφαγε» σκεφτόμουν η δημοσιογραφική μου περιέργεια και που θέλω να ’μαι τρυφερή με τα αγοράκια, εκεί πάνω στο πρώτο ξύπνημα της εφηβείας τους. Πάρε τώρα το άγριο ξύπνημα του Βεδουίνου του αξούριστου, να έχεις να πορεύεσαι. Τέτοια έλεγε το μέσα μου, αλλά η περιφερειακή μου όραση στον κίνδυνο πάνω έβγαλε ραντάρ. Και τότε είδα ότι πέρα στο κατά βάθος, πολύ μακριά, κάτι ξανθωπά πραγματάκια που κινούνταν, μπορεί να ήταν άνθρωποι και δη τουρίστες. Σαν να μην υπάρχει αύριο άρχισα ένα τρελό τρεχαλητό μέσα στους αμμόλοφους, ουρλιάζοντας «Help me, βοήθεια!» . Τόση απόγνωση σε ποιο αστείο να χωρέσει. Ευτυχώς που φόραγα αθλητικά και όχι τακούνες, όπως συνηθίζω. Τέτοια στριγκλιά θα ζήλευε και η Κάλλας. Το «μικρό» αιφνιδιάστηκε. Πού να την περιμένει τέτοια αντίδραση; Δεν είχε δει καν τους τουρίστες στο βάθος του πουθενά. Εγώ όμως τους πλησίασα με ταχύτητα Καρλ Λιούις. Πράγματι, ήταν τουρίστες. Ξανθωποί Γερμανοί. Κοντοστάθηκαν και μέσα από τα λαχανητά μου, δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί. Θα με πέρασαν για εντελώς τζαζ που με χτύπησε ο ήλιος, γιατί δεν μπορούσαν πουθενά να διακρίνουν τους πιθανούς βιαστές μου και όταν μετά από λίγο έφτασε «γαϊδουράτο» το μικρό, δεν τους έπεισε για βιαστής, αλλά για μικρό αθώο Βεδουινάκι που μου ζητούσε ικετευτικά συγνώμη και μου έλεγε ότι απλά ήθελε να με δείξει στα ξαδέρφια του, έτσι που ήμουν τόσο όμορφη και γλυκειά. «Ντροπή σου παλιόπαιδο», του φώναζα αναστατωμένη. Οι Γερμανοί έδειχναν μια συμπάθεια για τον ταλαίπωρο μικρούλη που του ξεφώνιζε τα ασύλληπτα, μια υστέρω Ευρωπαία, αφού έμοιαζε πιο ακίνδυνος και από μια ορχιδέα θερμοκηπίου. Κάποια στιγμή, έτσι όπως το κοίταξα και εγώ αμούστακο και λυπημένο, αναρωτήθηκα μήπως τα επινόησα όλα αυτά, μήπως έχω δει πολλές ταινίες, μήπως παρεξήγησα το μικρό Βεδουίνο και τις προθέσεις του και μήπως ξαδέρφια να ήθελαν απλά είναι αυτόγραφο. Η ταραχή όμως δεν έλεγε να φύγει. Καθώς πλησίαζα το γκρουπ και την έξοδο κινδύνου, ένιωθα ότι η μικρή μου περιπέτεια έλαβε τέλος και δεν είχα σκοπό να πω σε κανέναν για τα κρίματά μου. Τι να πω, δηλαδή, και ποιος να με καταλάβει. Έφτανε που είχα γλιτώσει τον ομαδικό βιασμό. Ο Θεός με αγαπάει σκεφτόμουν. Και τότε, ο μικρός με πιάνει από το χέρι και μου λέει: «πριν φύγεις, δώσε μου το βρακί σου. Σε παρακαλώ. Παντρεύομαι το καλοκαίρι και θέλω να το φορέσει η γυναίκα μου, τη μέρα του γάμου μου». What???? Δεν ήξερα τι να απαντήσω στο πορνο-μωρό, που μου είχε φέρει με τα καμώματα του τόσο μεγάλη αναστάτωση και συνέχιζε να μου ζητάει τα ακατανόμαστα. Εκείνο όμως, επίμονο, με έναν τρόπο που μόνο η παιδική ηλικία ή η εφηβεία ξέρει να είναι –Πώς να σου δώσω βρε κολασμένο την κυλόττα μου; Και να’ θελα δηλαδή, πώς να ξεβρακωθώ μέσα στην Πέτρα; Και τότε μου δείχνει με το χέρι του τις τουαλέτες που ήταν εκεί δίπλα, μέσα στο αναψυκτήριο. Μου τις δείχνει, σαν κάθε μέρα να ζητάει από μια τουρίστρια μια κιλότα και να είχε έτοιμη την απάντηση. Δεν ξέρω, αλλά με κοίταγε με αυτά τα μάτια τα ικετευτικά, βοηθούσε και το κόλερ να δείχνουν πιο δραματικά. Είχε ακριβώς εκείνα τα μάτια που είχε ο Spike, το αδέσποτο που είχα μαζέψει κάποτε από την εθνική οδό. Πονοψυχιάρικα. Μάλιστα του ξέφυγε και ένα please madame και ένιωσα σαν αυτές τις madame στις αποικιοκρατικές ταινίες που δεν έχουν έλεος για τα μικρά πεινασμένα. Δεν ξέρω πώς και τι, αλλά ένα κομμάτι μου ήθελε πολύ να του δώσει αυτή την κιλότα, και ας την έκανε μετά εκείνο ότι καταλάβαινε. Σκεφτόμουν, ότι ακόμα και τα άψυχα πράγματα, έχουν στη ζωή, τη δική τους τύχη. Άλλο να είσαι ο καθρέφτης της Ζιζέλ και άλλο να είσαι ο καθρέφτης της Κυρίας Λουκά, αυτής της θρήσκας. Και αυτή η κιλότα η τόσο ακόμα ανυποψιάστη που να ήξερε ότι θα αγοραζόταν στην Place Palais της Γενεύης και θα κατέληγε στα χέρια ενός σκονισμένου μικρού Βεδουίνου, και θα εξυπηρετούσε τα πρώτα φετιχιστικά του γούστα. Αν δε πράγματι τη φόραγε η μέλλουσα γυναίκα του, έτσι χρησιμοποιημένη, και δική μου, τη την πρώτη μέρα του γάμου τους, μιλάμε για υψηλή διαστροφή, στα όρια της τέχνης. Και θα είχα και εγώ μερίδιο σ όλο αυτό.

julie_bed2

Είναι κάποιες φορές στη ζωή που πρέπει να πάρεις μια απόφαση. Κοντοστάθηκα και σκέφτηκα «τι ψυχή έχει μια κιλότα;» Για κάτι τέτοια έχει, μεταξύ άλλων, γούστο η ζωή. Αφού ξέφυγα από τα χειρότερα, χαλάλι του. Πήγα στις τουαλέτες, έβγαλα το εσώρουχο, το τύλιξα κουβάρι μέσα στην χούφτα μου και πήγα συνωμοτικά και του το έβαλα στο χέρι, σφίγγοντάς το. Είχα βέβαια ένα άγχος μήπως σαν λάφυρο άρχιζε να το δείχνει σε όλους και το γυροφέρνει στροφές στον αέρα και εξευτελιζόμουν πια οριστικά σ’ όλο το γκρουπ των σοβαροφανών δημοσιογράφων, αλλά αυτά τα ρίσκα τα έχει η ζωή, και οφείλεις να υποστηρίξεις την απόφασή σου. Και τότε το μικρό γονάτισε και μου φίλησε τα παπούτσια. Με ευλάβεια και ευγνωμοσύνη. Όλοι οι δημοσιογράφοι δεν κατάλαβαν και άρχισαν να χειροκροτούν, κάποιοι το απαθανάτισαν με τις κάμερές τους. Σαν το εσώρουχο αυτό να συμβόλιζε μια δική μας μυστική ένωση. Δεν ήξερα τι να πρωτο-αισθανθώ μέσα σε αυτό το  δημοφιλές φαράγγι. Και ταραχή και φόβο και έξαψη και απερισκεψία, αλλά και μια ανακούφιση ότι όλα σ’ αυτόν τον κόσμο λειτουργούν σωστά, με μια δική τους νομοτέλεια. Έφυγα και δεν τον ξαναείδα ποτέ. Πού να τον δω άλλωστε; Όμως καμιά φορά τον σκέφτομαι εκεί μέσα στη σπηλιά του, με τη μικρή δεκατριάχρονη γυναίκα του, να φοράει το εσώρουχό μου και ημίγυμνη να του χορεύει γιαχαμπίμπι γιαλελέλι και άλλα τέτοια. Ποτέ καμιά  άλλη μου κιλότα μου δεν γνώρισε τόσο μεγάλο θρίαμβο. Είναι  σαν να είμαι και εγώ με έναν τρόπο εκεί κοντά τους να επικυρώνω τον ερωτισμό τους. Το έζησα και αυτό!  Μωχάμετ το όνομα του, ο μικρός βεδουίνος- φετιχιστής, από την Πέτρα.

jul

Κείμενο: Τζούλη Αγοράκη