Έμοιαζε να μην μπορεί να προσδιορίσει τι θέλει. Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τις επιθυμίες του. Τα πρωινά ξυπνούσε και όλα τα πράγματα μέσα στο σπίτι ήταν σαν να είχαν μετακινηθεί μερικά εκατοστά αλλά δεν ήταν σίγουρος και πάλι για αυτή του την παρατήρηση.

Έβαλε στο μπρίκι να βράσουν δύο αυγά και έφερε τον υπολογιστή στην κουζίνα γιατί εκεί έπιανε καλά το ίντερνετ. Όταν σηκώθηκε να κοιτάξει μέσα στο μπρίκι μετά από λίγα λεπτά, το ένα αυγό είχε σπάσει από την αλλαγή θερμοκρασίας, ήταν σίγουρος πως δεν το είχε σπάσει εκείνος. Ένας ιστός από ασπράδι είχε γεμίσει το νερό μέσα στο μπρίκι. Έβρισε από μέσα του για να μην ξυπνήσει τους άλλους που είχαν γυρίσει αργά ή νωρίς το πρωί, δεν ήξερε πως να το πει, αργά ή νωρίς, δεν είχε σημασία, ήταν πρωί πλέον.

Τα σκατά της γάτας μυρίζουν, σκέφτηκε αλλά εκείνος δεν μπορούσε να τα μυρίσει. Άνοιξε λίγο την πόρτα της κουζίνας και μπήκε αέρας. Την προηγούμενη νύχτα γυρνώντας από τη δουλειά παρατήρησε μέσα του την τάση να καπνίσει και να πιει ένα ποτό. Ήταν σίγουρος πως βίωνε το ίδιο αίσθημα με μία πολύ νεαρή κοπέλα που της έρχεται για πρώτη φορά περίοδος, έμοιαζε έκπληκτος, κρατώντας το τιμόνι του αυτοκινήτου, παραλίγο να περάσει με κόκκινο τη Μιχαλακοπούλου, μετά από τόσο καιρό αποχής από το τσιγάρο η εξάρτηση βρισκόταν ακόμα εκεί, κρυμμένη σαν μικρή αλεπού πίσω από κάποιο ζωτικό του όργανο.

lathos dosi gif_2c4AU9

Πήρε ένα χάπι από εκείνα που σε κάνουν καλά όταν έχεις κρυώσει και τα φτιάχνουν κάπου στη Γερμανία, έτσι έλεγε το κουτάκι από πίσω, το διάβασε. Ήταν ενάντια στις πεποιθήσεις του να τρώει χάπια, ήθελε όμως να συμβαδίσει με τους υπόλοιπους όταν θα ξυπνούσαν και θα ήταν γεμάτοι όρεξη, Κυριακή σήμερα, είχε και ρεπό. Έφαγε μία κουταλιά σπιρουλίνα, ήπιε μία βιταμίνη μέσα σε νερό και άρχισε να κοιτάει τον τοίχο της κουζίνας σαν ζόμπι.

Αναρωτήθηκε για το που ήταν το πιο κατάλληλο μέρος να κάτσει μέσα στο σπίτι εκείνη την ώρα, η κουζίνα έμοιαζε να είναι μία καλή επιλογή, όπως και το μπάνιο (περνούσε πολλές ώρες στο μπάνιο, του άρεσε η αίσθηση της υγρασίας, αυτό το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του που κυριολεκτικά ζούσε μέσα στο μπάνιο τη μισή του ζωή και δεν άφηνε κανένα να μπει όσο εκείνος βρισκόταν μέσα, είχε βάλει ακόμα και λουκέτο και το κλειδί το είχε μόνον εκείνος, κανείς δεν ήξερε τι έκανε μέσα στο μπάνιο τόσες ώρες), το σαλόνι ήταν σίγουρα λάθος και υποδήλωνε πως θα ήταν πλέον ξύπνιος και επισήμως, δεν ήθελε ακόμα να ξυπνήσει κανονικά γι’ αυτό δεν είχε φτιάξει και καφέ. Φοβόταν να μην συμβαδίζει με τους άλλους μέσα στο σπίτι. Έκατσε λοιπόν ακίνητος σχεδόν στην κουζίνα, στο τραπέζι.

Κάποιος ίσως να συνωμοτεί εναντίον μου, σκέφτηκε, εγώ θέλω μόνο να είμαι υγιής και διακριτικός, απ’ ότι φαίνεται όμως αυτό δεν γίνεται και επειδή προτιμώ να είμαι διακριτικός παρά υγιής, λέω να πάρω ότι παίρνει ο μέσος άρρωστος άνθρωπος, ένα χάπι, ένα γαμωχάπι τι είναι ένα γαμωχάπι..

Δεν ήξερε βέβαια αν αυτά που συλλογιζόταν ήταν απλά βλακείες, σίγουρα ήθελε να είναι διακριτικός και να μην παραπονιέται για την αρρώστια του, στο κάτω κάτω μία απλή γρίπη περνούσε, δεν είχε τίποτα το σοβαρό, σίγουρα όμως ήθελε να είναι και υγιής, άρχισε να αισθάνεται τύψεις που κατανάλωσε το χάπι πριν από λίγο, χάπι τόσο τρομερό όσο και μία καταιγίδα πάνω από το κεφάλι ναυαγού, Γερμανοί ναζί σαδιστές το έφτιαχναν κάπου σε κάποιο εργαστήριο στο δάσος από πτώματα Εβραίων που είχαν ξεμείνει στο ψυγείο από τον πόλεμο. .

Ήταν τόσο υπερβολικός μερικές φορές. Αναρωτιόταν εάν ήταν τρελός. Ήθελε να πάει για τρέξιμο, τα κόκαλα του όμως πονούσαν, καμπούριαζε πάνω από το τραπέζι, όλο ίσωνε το κορμί του να δείχνει καμαρωτός και αμέσως ξανακαμπούριαζε και σούφρωνε, ήθελε να καπνίσει όμως, σηκώθηκε με δυσκολία από την καρέκλα της κουζίνας και σύρθηκε μέχρι το σαλόνι όπου οι άλλοι άφηναν συνήθως τα τσιγάρα τους πάνω στο χαμηλό τραπέζι μπροστά από το πικάπ. Ξαναγύρισε πίσω μετανιωμένος, γεμάτος αυτολύπηση. Η ώρα είχε πάει σχεδόν εννέα. Τίποτα δεν ακουγόταν μέσα στο σπίτι εκτός από το ψυγείο. Έκατσε πάλι στην καρέκλα της κουζίνας. Έφαγε τ’ αυγά αλλά δεν του άρεσαν πολύ. Βρήκε μία κούτα με κριτσίνια από την προηγούμενη εβδομάδα και άρχισε να τα τρώει. Σκατά ήταν.

Άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε ένα τεράστιο σαλάμι που κάποιος είχε φέρει από κάπου στην Πελοπόννησο. Του φάνηκε υπερβολή να φάει σαλάμι πρωινιάτικα. Έκλεισε πάλι το ψυγείο. Ξανασύρθηκε μέχρι το σαλόνι προς αναζήτηση τσιγάρου. Βρήκε ένα καπνό, άρχισε να στρίβει, άναψε και κάπνισε λίγες φορές. Ζαλίστηκε γιατί είχε καιρό να καπνίσει. Αισθάνθηκε τύψεις που κάπνιζε, το έσβησε στο τασάκι σχεδόν ολόκληρο τσιγάρο.

Ο γάτος έτρωγε τα τσόφλια του αυγού πάνω από τον πάγκο της κουζίνας. Τον έδιωξε, του είπε ένα χριστοπανάγιο και πέταξε τα τσόφλια στα σκουπίδια. Σύρθηκε πάλι στο σαλόνι και άναψε πάλι το τσιγάρο, κάπνισε λίγο, έβηξε, όχι από το τσιγάρο αλλά από την αρρώστια, έβηχε σαν κακοπροβάτα. Νόμιζε πως τυφλώθηκε, πανικοβλήθηκε γιατί δεν έβλεπε τίποτα για μερικά δευτερόλεπτα. Ίδρωσε, σηκώθηκε και ακούμπησε τον τοίχο, άρχισε να βλέπει και πάλι, το σαλόνι, όλα ήταν στη θέση τους, φαινομενικά, υπέθετε μιας και δεν θυμόταν ακριβώς τη θέση του κάθε πράγματος μέσα στο σαλόνι. Ήταν μεγάλη ευλογία που δεν τυφλώθηκε, σκούπισε τον ιδρώτα του με το χέρι.

Έτρεξε σχεδόν, άνοιξε το ψυγείο και πήρε ένα λεμόνι, το έπλυνε και το έφαγε με τη φλούδα, ο γάτος τον κοιτούσε με περιέργεια. Πήγε κοντά του να μυρίσει, τον κλώτσησε καιο γάτος χέστηκε πάνω του, πήγε στην άμμο του και τα έκανε. Το λεμόνι ήταν πολύ έντονο αλλά δεν σταμάτησε να το μασάει. Ήταν άθλιο. Οι τύψεις από το τσιγάρο εξαφανίστηκαν όμως.

Έκατσε στην καρέκλα της κουζίνας και πήρε ανάσα. Είχε φάει όλο το λεμόνι αργά αλλά σταθερά. Αισθανόταν χάλια, τουλάχιστον δεν είχε τύψεις πλέον.

 Άνοιξε το ντουλάπι με τα ποτήρια της ρακής. Έβαλε ρακή από το ψυγείο, ήπιε, του ήρθε εμετός αλλά δεν ξέρασε, ήπιε τη ρακή. Έβαλε κι άλλη ρακή. Πήγε μέχρι το σαλόνι και πήρε το σβησμένο τσιγάρο, το άναψε, κάπνισε δειλά. Έκανε ένα κυκλάκι με το στόμα του στον αέρα. Πήγε πάλι πίσω στην κουζίνα και έφαγε ωμό μαϊντανό από το ψυγείο, πονούσαν τα δόντια του, κατάπιε με δυσκολία τον μαϊντανό, του ήρθε να φτύσει μία χλέπα, το έκανε στον νεροχύτη, παρατήρησε για λίγο το νεροχύτη χωρίς να σκέφτεται τίποτα, ήταν πράσινος από τις χυμένες σπιρουλίνες. Αισθανόταν τόσο παθητικός, σαν ένα κομμάτι αλουμίνιο. Ήταν ηλίθιος, δεν ήξερε πως αισθάνονται τα αλουμίνια. Φύσηξε για χιλιοστή φορά τη μυτή του και μερικές σταγόνες πετάχτηκαν στην οθόνη του υπολογιστή. Τον έξυνε το πουλί του πάρα πολύ. Σκέφτηκε πως ίσως να είχε τίποτα μύκητες. Ίσως έφταιγε που είχε εξασθενήσει ο οργανισμός του από την αρρώστια, ποιος ξέρει, την έξυσε με μανία, κόντεψε να την ξεριζώσει.

Πλησίασε την άμμο της γάτας και μύρισε, δεν μπορούσε να μυρίσει τίποτα. Άνοιξε το βαζάκι με τον ψευδάργυρο, έφαγε ένα χάπι. Ο ψευδάργυρος σε έκανε καλά, έτσι του είχαν πει. Άνοιξε ένα συρτάρι στην κουζίνα, μέσα υπήρχαν κάτι βολβοί, τους είχε φέρει η θεία για να τους βάλει στον κήπο την άνοιξη, τουλίπες ή κάτι τέτοιο. Έκλεισε πάλι το συρτάρι. Προσπάθησε να θυμηθεί τι έπρεπε να κάνει σήμερα. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα, ήθελε να σταματήσει να είναι ένα ψυχαναγκαστικό τέρας. Κάπνισε όλο το τσιγάρο μέχρι το φιλτράκι. Το έσβησε στην άμμο της γάτας και το πέταξε στα σκουπίδια. Ήθελε να επιστρέψει πίσω στο κρεβάτι. Τα κόκαλα του πονούσαν. Ένιωθε γέρος, ίσως να είχε καρκίνο ή χλαμύδια.. Σκέφτηκε χλαμύδα και χαμογέλασε σαν βλάκας, τον έπιασε νευρικό γέλιο, έκλασε λίγο.

Άνοιξε ένα άλλο συρτάρι και πήρε ένα σακουλάκι με κουρκουμά, έφαγε μία κουταλιά, ήπιε νερό, κοίταξε τον νεροχύτη, άρχισε να πλένει τα πιάτα αλλά το νερό ήταν κρύο και σταμάτησε να τα πλένει. Άρχισε να αισθάνεται τύψεις που δεν ήταν ικανός να πλύνει τα πιάτα. Ήθελε να πάει για τρέξιμο αλλά τα κόκαλα του πονούσαν. Σκέφτηκε τον Κρισναμούρτι και κάτι που είχε διαβάσει. Κατάπιε και τσέκαρε τον πόνο στο λαιμό του. Υπήρχε άραγε καρκίνος στο λαιμό του. Έφτυνε συχνά αίμα. Δεν ήξερε, ήλπιζε πως όχι. Φοβόταν να πεθάνει τόσο νέος.

 Δεν ήξερε αν είχε κάνει καλά που είχε πάρει το χάπι. Οι άλλοι τα πίνανε χωρίς σκέψη. Μόλις κρύωναν, αμέσως, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η συνάδελφος του στη δουλειά, η Τούλα τον ρώτησε εάν παίρνει κάτι, τον είχε δει να κρέμεται από ένα ράφι και να αναπνέει με δυσκολία. Εκείνος είπε “μόνο πρέζα”. “Δεν θα τη βγάλεις αν δεν πάρεις τίποτα” είπε η Τούλα. Εκείνη την ημέρα είχαν απολύσει κάποιον από τη δουλειά, το Νίκο τον Λαμπύρη. Δεν τον χώνευε ιδιαίτερα για να πει την αλήθεια, ίσως να χάρηκε και λίγο που τον έδιωξαν. Τώρα θα είχε την ησυχία του στον πάνω όροφο, το άλλο παιδί ήταν πιο ήσυχο, δεν του τα ζάλιζε με τις επιστροφές. Μισός βραζιλιάνος, μισός από κάπου στο Αιγαίο.

“Περιμένω να με πάρουν τηλέφωνο…” είπε στον προϊστάμενο.

“Χαχα… τρομερός… η επιτροπή δεν σε παίρνει τηλέφωνο…ποτέ…γράμμα σου στέλνει” είπε ο προϊστάμενος.

“Δίνουν λεφτά” είπε.

“Ένα εκατομμύριο κοντά…”

“Δεν θα το πάρει ποτέ ο Μουρακάμι” είπε.

“Όταν το πάρει θα τον διαβάσω” είπε ο προϊστάμενος.

Ο διάλογος ήταν θολός μέσα στο κεφάλι του φυσικά. Ίσως να μην ήταν έτσι ακριβώς, ίσως να αντιστρέφονταν οι ρόλοι σε κάποια φάση, δεν θυμόταν. Η μπαταρία τελείωνε. Ο ενοχλητικός θόρυβος που κάνει το ηχείο τον έστειλε για ύπνο.

Έπεσε στο στρώμα, μέσα στο δωμάτιο ήταν αποπνικτικά ζεστά, δίπλα του κοιμόταν η γυναίκα η οποία έκανε πάντα πολύ βαρύ ύπνο κι εκείνος τη ζήλευε γι’ αυτό της το χάρισμα, είχε πονοκέφαλο, πράγμα πολύ δυσοίωνο, κοίταξε το ταβάνι, έκλεισε τα μάτια του, όταν πήγαινε να τον πάρει ο ύπνος άκουσε κάτι μέσα από την κουζίνα, είπε από μέσα του πως σίγουρα ο γάτος έκανε μαλακίες με τα σκουπίδια, μετά από λίγο όμως άκουσε τον ίδιο ήχο από το σαλόνι, άρχισε να νευριάζει γιατί τα κόκαλα του πονούσαν και δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Άκουσε ξανά τον ίδιο ήχο (σαν κάποιος να έριχνε κάτι βαρύ στο πάτωμα) έξω από την πόρτα του υπνοδωματίου.

Σηκώθηκε βογκώντας σαν αρκούδα πληγωμένη, άνοιξε την πόρτα, δεν είδε τίποτα, ο γάτος τον κοιτούσε με κάτι μεγάλα μάτια που πρόδιδαν πως είχε κάνει μαλακία..

“Θα σε σκίσω πούστη” είπε με ήρεμο τόνο για να μην ξυπνήσει τους άλλους. Ο γάτος νιαούρισε σαν κάτι να του είπε. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το κρεβάτι. Βαριόταν  να πέσει πάλι για ύπνο, πήγε στο σαλόνι και άναψε ένα Κορτίνα, ο ένας από τους συγκατοίκους του κάπνιζε Κορτίνα, ο παππούς του κάπνιζε Κορτίνα επίσης, παλιά, όταν ήταν παιδάκι στο χωριό. Χειρότερο τσιγάρο δεν είχε ξανακαπνίσει. Το κάπνισε όλο από ιστορική υποχρέωση. Ήπιε λίγο ρακή ακόμα. Το γαμημένο το χάπι της γρίπης δεν τον έπιανε. Έκατσε στο παράθυρο του σαλονιού, σήκωσε τα στόρια, έκαναν πολύ θόρυβο. Έφερε ένα μεγάλο ποτήρι ρακή, ένα πιάτο με ωμό μαϊντανό, σαλάμι, άρχισε να τρώει με μεγάλες μπουκιές το σαλάμι, ήταν σκορδάτο, ένα όχημα του δήμου σταμάτησε μπροστά από το σπίτι.

Ο οδηγός του έκανε νόημα να ανοίξει το παράθυρο για να του πει κάτι.

“Αν δεν το βγάλεις θα στο πάρω” είπε ο οδηγός δείχνοντας το σιδερένιο πράγμα που είχε για να βάζει μπροστά από την πόρτα της αυλής του για να μην παρκάρουν άλλοι τα αυτοκίνητα τους και του έπαιρναν τη θέση.

“Το έχω για να παρκάρω το αυτοκίνητο” είπε κρατώντας το σαλάμι. Ο οδηγός τον κοίταξε περίεργα.

“Και που είναι το αυτοκίνητο;” είπε ο οδηγός.

Δεν είχε ιδέα που ήταν το αυτοκίνητο του. Μόλις τώρα το συνειδητοποιούσε. Το αυτοκίνητο ήταν άφαντο. Προσπάθησε να θυμηθεί. Δεν θυμόταν τίποτα.

“Δεν ξέρω” είπε σαν χαζός. Μόνο δύο εβδομάδες είχε μετακομίσει στην Αθήνα και το αμάξι είχε κάνει φτερά. Σαράβαλο παλιό ήταν αλλά έκανε τη δουλειά του. Τώρα πως στον πούτσο θα πήγαινε στη δουλειά; μία μύξα έτρεξε από τη μύτη του και έκανε τσουλήθρα πάνω στο σαλάμι.

“Πάρε τηλέφωνο στο Δήμο…αν δεν το βγάλεις μέχρι αύριο θα στο πάρω” είπε ο οδηγός και κάτι είπε στον συνοδηγό και γέλασαν σαν ύαινες. Έβαλε πρώτη στη μαούνα του και ξεκίνησε.

 Είπε ένα χριστοπανάγιο και του πέταξε το σαλάμι με δύναμη αλλά το σαλάμι δεν πέτυχε το αυτοκίνητο και απλά έπεσε σαν νεκρή πούτσα στο δρόμο. Μια γριά γειτόνισσα έβγαινε εκείνη την ώρα από την απεναντινή πολυκατοικία, κοίταξε το σαλάμι και μετά έριξε ένα βλέμμα αποδοκιμασίας στον άντρα που κοιτούσε από το παράθυρο. Εκείνος την έριξε μια μούτζα και έκλεισε το παράθυρο. Άναψε άλλο ένα Κορτίνα και έβαλε ρακή. Είχε γίνει φέσι πρωί, πρωί και του είχαν κλέψει το αμάξι. Το γαμημένο το χάπι δεν έπιανε, αισθανόταν χάλια. Προσπάθησε να πάρει τηλέφωνο στο Δήμο αλλά κανείς δεν απαντούσε.

Δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Πήρε τους μπάτσους και άφησε τα στοιχεία του και τα στοιχεία της πινακίδας. Όταν ξύπνησε η γυναίκα του είπε πως το χάπι δεν έπιανε γιατί έπρεπε να πάρει δύο μαζεμένα αλλιώς δεν είχε νόημα. Η γυναίκα γέλασε. Εκείνος πήρε άλλο ένα χάπι και έπεσε για ύπνο. Αύριο έπρεπε να πάει στη δουλειά με το λεωφορείο. Τα σιχαινόταν τα γαμημένα.

To διήγημα “Λάθος δόση” είναι από την επερχόμενη συλλογή διηγημάτων “Οι Γρόθοι”, εκδόσεις Λούμπεν. Το σχέδιο είναι επίσης δικό του.

Το νέο μυθιστόρημα του Στέλιου Παπαγρηγορίου με τίτλο “Γούντι Άλεν” θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Νεφέλη.

http://www.steliospapagrigoriou.info/