Δούλευα σα σκυλί του πολέμου μέσα στο βίντεο κλαμπ. Το βίντεο κλαμπ βέβαια είχε αρχίσει να γίνεται πολυκατάστημα που πουλάνε μέσα ότι θες, ότι μαλακία θες. Κινητά, πάμπερς, καπότες με γιου ες μπι, πιπίλες για σκύλους, βραχιόλια για σαύρες, πιστόλια, πριόνια με λέιζερ, που και που ερχότανε και κανένας και νοίκιαζε καμιά μαλακία αμερικανιά ντιβιντί, όχι πως δεν μου αρέσει ο Μπρους Γουίλις απλά έτσι το λέω γιατί η κουλτούρα είναι γκομενομαγνήτης, σαν τα μωρά και σαν τα κουταβάκια που τα πας βόλτα.

Είχα ένα προϊστάμενο, μεγαλύτερο αρχίδι δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία της ανθρωπότητας. Έριχνε κέρατο στη γυναίκα του με κάτι πεταμένες πελάτισσες-τσουτσουνορουλεμάν, η οποία γυναίκα του  εδώ που τα λέμε δεν βλεπότανε, από τότε που είχε γεννήσει έμοιαζε με φάλαινα από τη Φουκουσίμα, ρουφιάνος του διευθυντή, και να έκλανες το ήξερε ο πούστης, είχε αυτιά και στο κώλο. Κρυφάκουγε τις συζητήσεις μας, εμάς των ηλίθιων υπαλλήλων, που αντί να σηκωθούμε και να κάνουμε καμία μαζική απεργία να τους γαμήσουμε τα πρέκια, να μη δουλέψει το κωλομάγαζο για καμιά εβδομάδα, να σταματήσουν οι ταμειακές τα τούκου τούκου, καθόμασταν και τρώγαμε το σκατό του κάθε μαλάκα γερμανοτσολιά που είχε πέντε εξοχικά και δεκαοχτώ διαμερίσματα και ήθελε κι άλλα γιατί ήτο ένα αχόρταγο τέρας από γεννησιμιού του και είχε μεγαλωθεί με πέντε νταντάδες και τριάντα αρχιδομαλάχτριες.

output_j4hBMK

“Ρε μαλάκα Μανώλη….θα κάνουμε απεργία τη Τετάρτη;” λέω γω του συναδέλφου που ήτο κρυμμένος πίσω από κάτι κούτες και προσπαθούσε να πάρει ανάσα γιατί είχαμε πάλι μια παραλαβή σαν το σινικό τείχος, εγώ είχα φορτώσει πάλι με τη δουλειά, Πέμπτη πρωί, η παραλαβή ένα βουνό από το υπόγειο μέχρι και τον πρώτο όροφο, η κούραση να ξεχειλίζει από τ’ αυτιά μου σαν πύον, οι πελάτες ο ένας πιο μουνόπανο από τον άλλο, λεφτά να μην υπάρχουν στη τσέπη γιατί τα 460 ευρώ ήτανε μηδαμινά για να μη τα φας τις δύο πρώτες εβδομάδες του μήνα και την ερχόμενη Τετάρτη το ΠΑΜΕ και ο σύλλογος ιδιωτικών υπαλλήλων έκανε απεργία και γω είχα κουρδιστεί ανάλογα να εκδικηθώ το αόρατο συστημικό τέρας που μου έτρωγε τη ζωή. Το είχα πάρει απόφαση πως για πρώτη φορά θα έκανα απεργία και ας με διώχνανε απ’ το μπουρδέλο. Θα γινόμουν αυτό που πάντα ήθελα να είμαι, ένα άνεργο ρεμάλι.

“Δεν ξέρω ρε φίλε….θα το σκεφτώ” είπε ο Μανώλης και έβηξε χαρτόκουτες και γιού ες μπι φραπεδιέρες.

“Θα πάθουμε καρκίνο μαλάκα εδώ μέσα”.

“Να πάνε να γαμηθούνε ρε”.

“Εγώ θα απεργήσω το έχω πει” λέω σαν ποπολάρος που διψάει για αρχοντικό αίμα.

“Θα δούμε ρε μαλάκα….φοβάμαι λίγο ρε…ξέρεις πως είναι…έχω και το παιδί…η Νόρα δεν δουλεύει….το νοίκι τρέχει” είπε ο Μανώλης.

Αφήνω μία κλανιά ποπολάρικη και τρέχω στην τουαλέτα. Ρίχνω ένα γράμμα πρωινό και πηγαίνω στο τμήμα με τα παιχνίδια για σκύλους, γάτες και χάμστερ. Εκεί στέκει σαν μαλάκας ο Ιάσωνας, δέκα χρόνια υπάλληλος στην εταιρία και ακόμα παίρνει εξακόσια ευρώ.

“Έλα ρε μαλάκα….σαπίλα ε; Θα απεργήσουμε ρε τη Τετάρτη;” ρωτάω εγώ ποπολάρικα.

“Καλά μαλάκας είσαι ρε Κώστα;” λέει ο Ιάσωνας με την εμπειρία Τζον Ράμπο στην πώληση.

“Όχι ρε μαλάκα….δεν είμαι μαλάκας…ή μάλλον ναι είμαι μαλάκας….εγώ θ’ απεργήσω…..πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί….αλλιώς δεν έχει νόημα” λέω γω. Ο Ιάσωνας κοιτάει συνωμοτικά γύρω του σαν ποντίκι που ψάχνει τη γάτα, όταν δεν βρίσκει τίποτα απειλητικό μου λέει.

“Θα σε διώξουνε μαλάκα…..θα σου πάρουν τα δικαιώματα….το ξέρεις….έτσι είναι…μια φορά που είχε απεργήσει ένας στο παλιό μαγαζί τον διώξανε την άλλη μέρα…είχε γίνει ντόρος…είχαν έρθει και τα κανάλια” είπε με σιγανή φωνή ο Ιάσωνας.

“Ρε μαλάκα…..είσαι ικανοποιημένος;;; Μας γαμάνε το κωλαράκι ρε και λέμε και ευχαριστώ στο τέλος που μας πετάνε ένα ξεροκόμματο” λέω γω με στυλ Σταλινικού έμπειρου. Δεν ήξερε καλά καλά πιο ήταν το μικρό όνομα του Στάλιν.

“Μαλάκα Κώτσο….μίλα πιο σιγά…και οι τοίχοι έχουν αυτιά εδώ μέσα….έχω ακούσει πως μας έχουν βάλει και μικρόφωνα ρε…..άκου που σου λέω….τα ξέρουν όλα ρε…..αν σε πιάσουν να κάνεις υποκίνηση απεργίας θα σε γαμήσουν χωρίς σάλιο” είπε σιγανά ο Ιάσωνας.

“Το έχω συνηθίσει το γαμήσι…τουλάχιστον τώρα θα είναι για ένα σκοπό” είπα εγώ σαν Βουγιουκλάκη του Λαού έτοιμος να πέσω  μπροστά στα τανκς χωρίς σουθιέ.

Μπήκα πάλι στην τουαλέτα και άναψα ένα στριφτό. Είχα ανάγκη να σκεφτώ. Έπρεπε να καταστρώσω ένα σχέδιο. Ήμουν όμως ηλίθιος. Δεν είχα το μυαλό που είχε το σύστημα. Το σύστημα ήταν οργανωμένο γιατί αποτελούνταν από πολλά μυαλά κι εγώ είχα μόνο ένα κι αυτό ανώμαλο και χαζό λίγο.

Το ήξερα πως στο τέλος θα έχανα. Δεν με ένοιαζε όμως, θα έπεφτα πάνω στο σύστημα σαν τον Μπρους Γουίλις στη συχνότητα του Χανς Γκρούμπερ της Νακατόμι με το μούσι στο πρώτο Πολύ Σκληρός για Πεθάνει και μετά θα έλεγα στο γουόκι τόκι μου Γίπι Κάι Γιέι μαδαφάκα και θα άναβα τσιγάρο πολύ κουλ γαμήκουλας για να με απολύσουν. Ήμουν από παλιά αυτοκτονικός, από το δημοτικό έτρωγα από το κυλικείο και μετά κάπνιζα στις τουαλέτες ενώ τα άλλα παιδάκια παίζανε μπάλα και τρώγανε από το ταπεράκι της μαμάς. Εγώ ήμουν επαναστάτης, εργαζόμενος με αξιώσεις, όχι αρχίδια μπαμιελίδικο.

Έδωσα μία μούντζα στον Ιάσωνα περνώντας και ανέβηκα στο ισόγειο που είχαν τα κλουβιά για τους αδιάβροχους παπαγάλους και τα ηλεκτρονικά μαστίγια, τα ενυδρεία για πιθήκους, τα λάπτοπ, τα πολυβόλα με ροδάκια που είχανε και γουάι φάι μπλουτούθ. Ένα τεράστιο ηλεκτρονικό καντράν έδειχνε τις πωλήσεις των καταστημάτων μας σε όλη την Ελλάδα, είχαμε καταστήματα παντού, όποια κωλοτρυπίδα και να άνοιγες μέσα ήτανε η εταιρία μας και έκανε παιχνίδι. Να φανταστείτε τις νύχτες ξυπνούσα ιδρωμένος και σκεφτόμουν πως ίσως μέσα στο άντερο μου έχω μία μικρή εταιρία που μου έλεγε τι να κάνω, πότε να χέσω, πως να γαμήσω τη γυναίκα μου, πότε να φάω και τι, είχα εφιάλτες, δεν πήγαινε άλλο αυτό.

“Κώστα….πού σκατά είσαι ρε; Δεν σου είπα να φέρεις κι άλλες κούτες;” είπε ο αρχίδας ο προϊστάμενος που δεν έκανε τίποτα όλη μέρα, απλά μας έλεγχε και κοιτούσε εάν κάναμε σωστά τη δουλειά μας. Τον λέγανε Δημήτρη αλλά εμείς τον φωνάζαμε Μπουχέσα γιατί είχε μία μούρη βοδίσια που σου έφερνε αναγούλα. Αυτή η αυτάρεσκη σκατόφατσα που έπαιρνε όταν μας μιλούσε με έκανε να θέλω να του ξεριζώσω τη καρδιά και να την πατήσω κάτω και μετά να τη χέσω. Σκέφτηκα να παραιτηθώ για 1.867.456η φορά αλλά είπα από μέσα μου πως έπρεπε να κάνω κάτι για να πληγώσω το σύστημα. Ήξερα πως στο τέλος βέβαια μόνο εμένα θα πλήγωνα αλλά δεν με ένοιαζε γιατί είχα μουλαρώσει σαν ρώσικο λάντα και δεν έπαιρνα χαμπάρι με τίποτα, ήθελα μανιβέλα ο πούστης.

“Δεν μπορούμε ούτε να χέσουμε;” λέω γω σαν γνήσιος αντιρρησίας των πάντων.

“Πώς μιλάς έτσι;” είπε ο Μπουχέσας γιατί μάλλον πως του πρόσβαλα το ήθος και την εικόνα του προϊστάμενου.

“Έτσι μιλάω γώ….όταν με πιάνει χέσιμο θολώνω” είπα και έσκασα χαμόγελο Τζον Τραβόλτα με καδένα. Ήμουν έτοιμος να του πετάξω στη μούρη ένα πακέτο καπότες που κάνανε γκελάκια στο νερό σαν γουαμπόμπες αλλά κρατήθηκα. Είχα ιερό σκοπό.

“Φέρε κούτες από κάτω και άσε τα πολλά λόγια” είπε ο Μπουχέσεν ο κερατούκλης ο συστημικός ο  ρουφιανοτσολιάς ο αρχιδομούρης ο λεβεντομαλάκας που πάντα ψήφιζε Νέα Δημοκρατία και το είχε και καμάρι ο ηλίθιος. Πίσω είχε η αχλάδα την ουρά, σκέφτηκα. Θα σε φτιάξω καλά τη Τετάρτη.

Έκανα μία χειρονομία Φύρερ, άφησα μία κλανιά και μπήκα στο ασανσέρ με το καροτσάκι. Αισθανόμουν ωραία. Πάτησα το μείον τρία, καρφί για την κόλαση της αποθήκης. Τα πόδια μου πονούσαν, ο αυχένας μου ήταν σμπαράλια και είχα μόνιμο πονοκέφαλο από το σφίξιμο, τα νεφρά μου ήταν διαλυμένα από το νερό βρύσης που μας ποτίζανε από τον ψύκτη, οι άθλιοι το γεμίζανε από το καζανάκι και μας το πλασάρανε σαν νερό  εμφιαλωμένο. Τα υδραυλικά του Ηρακλείου ήτο σάπια τώρα και πολλά χρόνια και μας άρεσε οπότε δεν είχαμε πρόβλημα.

Πήγα στο σπίτι ξεθεωμένος από τις καταραμένες τις κούτες, άραξα στη πολυθρόνα μου τη ξεχαρβαλωμένη, έβαλα στο πικάπ να παίζει ένας δίσκος του Lightning Hopkins για να πνίξω τα μεράκια μου τα προλεταριακά, άναψα ένα στριφτό, άνοιξα το μπουκάλι το κρασί το καλό από το Σίβα (καμία σχέση με το Chivas το σκοτσέζικο, μιλάμε για το Σίβα το χωριό) και άρχισα να κάνω ταβανοθεραπεία επαγγελματική. Οι γάτες πηδούσανε από τα ντουλάπια και μου σπάγανε τα ούμπαλα αλλά τις είχα συνηθίσει. Η γυναίκα μου ήταν ακόμα στη δουλειά της στο κατάστημα με τα καλλυντικά. Μου έλειπε αλλά τι να κάνω, υπομονή. Φαΐ στο φούρνο δεν υπήρχε, οι γάτες μόνο τρώγανε εδώ μέσα, εμείς όλο λείπαμε στη δουλειά και δεν προλαβαίναμε να μαγειρέψουμε ποτέ. Έφτιαξα κάτι αυγά στραπατσάδα, έκανα τη κουζίνα κώλο και περίμενα τη γυναίκα μου. Ήπια μισό μπουκάλι κρασί και χαλάρωσα. Ρίξαμε και έναν, κάναμε τα αφρόλουτρα μας τα Καμάι και τη πέσαμε για ύπνο προσπαθώντας όσο περισσότερο μπορούσαμε να μην σκεφτόμαστε το αύριο το καταραμένο που θα ήταν πάλι μία αποτυχημένη ρέπλικα του σήμερα.

Την άλλη μέρα ξημέρωσε Παρασκευή και η παραλαβή με περίμενε σαν ανοιχτό στόμα τέρατος μόλις πήγα στο μπουρδέλο το μαγκαζάιν το πολυκατάστημα του Διαβόλου του Καπιταλιστή. Πενήντα παλέτες με ότι μαλακία θες πάνω. Τη μία βδομάδα τα επιστρέφαμε με κάτι λίστες ανά χείρας, στραβονόμασταν κυριολεκτικά γιατί ο Μπουχέσεν ήτο και ολίγοντι τσιγκούναρος και δεν ήθελε να καταλάει μελάνι του εκτυπωτή και έβγαζε τις λίστες μικρές, μικρές, μη πά και τον παρεξηγήσουν οι ανωτέροι του τα λαμόγια και του πούνε πως ξέρεις κάτι, μην καταλάς το μελάνι, θα σε απολύσουμε, κάνε οικονομία από παντού, και τι που θα στραβωθούνε οι μαλάκες τα λέγκο οι δούλοι οι υπάλληλοι και θα κουτουλάνε τους πελάτες, θα πάρουμε άλλους. Την επόμενη εβδομάδα που τα είχαμε επιστρέψει μας τα ξαναστέλνανε πίσω, τα ίδια σκατά, σανίδες του σερφ από αφρολέξ που είχανε και τηλεόραση, παιδικούς φούρνους μικροκυμάτων, τάμπλετ με ξαπλώστρα ενσωματωμένη και χυσοκουβαδάκι με χαρτοπετσέτα, παρτέρια με έτοιμα λουλούδια που δεν χρειαζόντουσαν πότισμα ποτέ, οι κλασσικές καπότες με το φωτάκι για να γαμάς και χωρίς φως και να βλέπεις τη τρύπα. Κάθε μήνα τα ίδια. Επιστροφή, παραλαβή, χώσιμο, επιστροφή, παραλαβή, χώσιμο, επιστροφή, παραλαβή, χώσιμο. Όλα για τα φράγκα. έτσι λειτουργούσε η πουτάνα οι κοινωνία αλλά εγώ ήμουν έτοιμος να γίνω για άλλη μια φορά περιθωριακός γιατί δεν γούσταρα μαλακίες από δέκα άτομα που απολαμβάνανε τα οφέλη των κόπων μας.

Ο Ιάσωνας από τον κάτω όροφο μου είπε πως είχανε λέει τοποθετήσει στα μουλωχτά και μία κεραία κινητής τηλεφωνίας που έπιανε μέχρι την Ζιμπάμπουε σήμα και μας έκαιγε τα μυαλά. Για να πιάνει λέει καλά το ασύρματο δίκτυο και να κοροϊδεύουν το κοσμάκη να κάνει συνδέσεις και να του παίρνουν το χρήμα που τόσο δύσκολα έβγαζε κάθε μέρα.

“Καλά ρε μαλάκα δεν τα έμαθες;” μου είπε ο Ιάσωνας.

“Τι ρε;”.

“Μας καίνε τον εγκέφαλο” μου είπε με ύφος ξερόλα.

“Δεν παθαίνω τίποτα εγώ….είναι καμένος από καιρό ο δικός μου” είπα.

“Τα μουνιά ρε….μα να βάλουνε κεραία ρε….εδώ μέσα;”.

“Αυτοί θα βάζανε κεραία και στο κώλο της μάνας τους εάν τους το έλεγαν οι από πάνω τους ρε” είπα.

Τα είχα πάρει στο κρανίο και πήγα στο γραφείο να δω έξω από το τζάμι στην πίσω αυλή μπας και δω την κεραία και να την καταστρέψω με το βλέμμα του τζεντάι. Δεν είδα τίποτα, μόνο κάτι χόρτα και κάτι σκουπίδια είδα. Την είχανε καλυμμένη καλά. Τα είχα πάρει στο κρανίο και δεν ήθελα να κάνω τίποτα, βαριόμουν να δουλέψω. Πήγα και κρύφτηκα μέσα στο κουτί που βάζαμε τα βιβλία που στέλναμε σε κάτι χωριά στη νότια Κρήτη και καλά φιλανθρωπία, άντε τώρα να διαβάσει το παιδάκι Κοέλο και Μίμη Ανδρουλάκη και να μην αποτρελαθεί. Άραξα εκεί και κανείς δεν με ενόχλησε για κανά μισάωρο. Ο Μπουχέσεν με έψαχνε ο μαλάκας. Ο Μανώλης ο συνάδελφος με έψαχνε. Στ’ αρχίδια μου. Άναψα ακόμη και τσιγάρο και παραλίγο να πάρουνε φωτιά τα σκουπιδοβιβλία που είχαμε μέσα στο κουτί. Ο κόσμος ξεφορτωνόταν ότι βιβλίο δεν ήθελε να έχει στη βιβλιοθήκη του και αισθανόταν και περήφανος που έκανε και φιλανθρωπία. Σκατάνθρωποι. Αυτοί ήμασταν και μας άρεσε.

Άρχισα να ψάχνω τι μπορώ να κάνω για να καταγγείλω την εταιρία που είχε βάλει την κεραία και μας άφηνε να παθαίνουμε καρκίνο σιγά σιγά μόνο και μόνο για να αυξήσει τα γαμημένα τα κέρδη της. Δεν βρήκα τίποτα. Η καταγγελία έπρεπε να γίνει επώνυμα. Φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου όμως. Περίμενα την Τετάρτη να κάνω απεργία και μετά να με διώξουν και να τους καταγγείλω τους μουνοπανάδες για την κεραία. Είχα στρατηγική όχι αστεία. Ήμουν γνήσια και αμετανόητα ηλίθιος λούμπεν προλετάριος. Ο πατέρας μου πρώην πασοκατζής και νυν αναρχοαυτόνομος υδραυλικός, τώρα που όλοι οι πρασινοφρουροί είχανε κρυφτεί σε κάποια δεξιόφρονη μήτρα περιμένοντας την ευκαιρία να ξαναγεννηθούν, τράβαγε ζόρια, τα ρουσφέτια είχανε τελειώσει για τους κοινούς θνητούς και μόνο κάτι μεγαλολαμόγια μπορούσαν ακόμα να ρουσφετιάζονται ανοιχτά, πιο ανοιχτά τώρα που όλοι είχανε χεστεί πάνω τους και κοιτούσανε και το ευρουλάκι που έμπαινε από το στόμα τους και έβγαινε από τον κώλο τους και δεν είχαν τα μάτια τους να δούνε το δάσος που καιγότανε, ιδιοκτήτης σουβλακερής ο πατέρας μου σε τουριστικό θ(φ)έρετρο λίγο έξω από το Ηράκλειο, πάλευε κι εκείνος να σώσει ότι δεν σωνόταν με το ιερό χοιρινό, δεν ήταν πως τον κατηγορούσα για κάτι, απλά κατέγραφα τα γεγονότα μέσα στον εγκέφαλο μου και προσπαθούσα να τα βάλω σε μία σωστή και λογική σειρά για να μην αποτρελαθώ και κάνω τον κόκορα. Τουλάχιστον είχαμε ένα σπίτι δικό μας, άλλοι δεν είχαν μήτε αυτό.  Εγώ έμενα σε ένα δωματιάκι με τη γυναίκα μου, μία μικρή γκαρσονιερίτσα μαζί με τις γάτες μας και τις χαρές μας τις αλτέρνατιβ που τόσο πολύ τις λατρεύαμε και κάναμε τουμπεκί ψιλοκομμένο και περιμέναμε να δούμε μιαν άσπρη μέρα.

“Ρε μαλάκα Μανώλη….βαριέμαι να δουλέψω τι θες τώρα;” είπα μέσα από το κουτί με τα βιβλία της φιλανθρωπίας. Ο Μανώλης κρατούσε ένα εσπρέσο φρέντο και μου έλεγε πως είχε έρθει ένα καινούριο μέιλ. Μας διάταξαν να φοράμε συγκεκριμένα ρούχα, όχι αξεσουάρ οι γυναίκες υπάλληλοι όπως κολιέδες και σκουλαρίκια, όχι φούστες, αθλητικά παπούτσια και κάζουαλ τζινάκι γιατί έτσι γουστάρανε, το είχε πει το κεφάλι. Είχαν φτιάξει μάλιστα και εικόνες με το “Σωστό” και με το “λάθος” ντύσιμο στη δουλειά. Ήταν για γέλια ο καπιταλισμός πραγματικά. Μου θύμισε λίγο φασισμό. Λίγο Στάλιν. Έκανα κάτι συλλογισμούς όμως ρε πούστη. Ήμουν τρομερός. Άναψα τσιγάρο και έριχνα τις στάχτες έξω από το κουτί, κάποιοι πελάτες έβλεπαν με ανοιχτό το στόμα ένα χέρι να ξεπροβάλει από τη σχισμή και χεζόντουσαν απάνω τους, άλλοι νομίζανε πως παίζανε στο κάντιντ κάμερα και κρυφογελούσανε κοιτώντας γύρω γύρω μπας και δούνε καμιά κάμερα στ’ αλήθεια οι ηλίθιοι.

“Δεν με νοιάζουν αυτά Μανώλη….εγώ την Τετάρτη θα κάνω απεργία….έχω πολιτική συνείδηση όχι μαλακίες” είπα και έκλασα μέσα στο κουτί και βρώμεσε κουνουπιδίλα και ξεπερασμένη λογοτεχνία.

“Σε ψάχνει ο Μπουχέσας…τι να του πω;”.

“Πες του πως πάσχω από πολιτική και πολιτισμική διάρροια και δεν μπορώ να σηκωθώ από τη λεκάνη”.

“Με ρώτησε να μου πεις που έβαλες το χαρτάκι με τις τιμές των ανταγωνιστών” είπε ο Μανώλης. “Θέλει λέει να ενημερώσει τους περιφερειάρχες”.

“Το έχω βάλει στο ντουλάπι εκεί που αφήνω τα ρούχα μου….έτσι κι αλλιώς από το μυαλό μου τις έβγαλα…δεν πήγα να κάνω τα κατασκοπιλίκια του….βαριόμουν…” είπα και ρούφηξα τζούρα.

Ένας πελάτης παραπονέθηκε στον Μανώλη για τη κάπνα που έβγαινε από το κουτί και μόλυνε τις καταναλωτικές του τάσεις αυτοκτονίας. Εγώ φώναξα μέσα από το κουτί πως κάναμε κάτι εργασίες και πως ήμασταν από το δήμο. Ο πελάτης πήγε καρφί στο Μπουχέσεν να παραπονεθεί που του θίξαμε το δικαίωμα του στη ψωλαρμένιση και στην κατανάλωση. Βγήκα γρήγορα γρήγορα από το κουτί και σκούντηξα τον εσπρέσο φρέντο του Μανώλη και έπεσε όλος μέσα στα βιβλία και τα έκανε κώλο.

Δεν ξέρω τι περιμένατε να γίνει αλλά αυτό που έγινε δεν το περίμενα μήτε γω. Τσακώθηκα με τον Μπουχέσεν, είπαμε δύο κουβέντες παραπάνω (με είπε tempelhana με προφορά Κέμπριτζ και υποστήριξε πως είμαι βάζελος που παίζει Χbox και πίνει Heineken) στο γραφείο του διευθυντή, σήκωσα το ριμαδιασμένο μου το χέρι (μα να μου πει πως παίζω Xbox) και του κατέβασα μία κατραπακιά στη μύτη, δεν ήθελε πολύ, τρέχανε τα αίματα ποτάμι, γέμισε το γραφειάκι του διευθυντή κόσμο, με κρατάγανε, εγώ κλωτσούσα σαν κατσίκι υστερικό τα γραφεία και τους υπολογιστές γιατί είμαι από τη φύση μου βίαιος, για να μην σας τα πολυλογώ τα έκανα όλα πουτάνα, με μαζέψανε οι μπάτσοι και με κλείσανε στο αυτόφωρο.      Έκατσα μέσα στο κελί δύο μέρες, λεφτά για δικηγόρο δεν είχα, παραλίγο να δοκιμάσω ηρωίνη που με κέρασε ένα καρντάσι από Θεσσαλονίκη που τον είχανε πιάσει στον Τράφουλα να πουλάει μαλλί της γριάς από χαρούπι σε κάτι γυμνιστές Ισλανδούς, δικάστηκα και με τα πολλά μου κόψανε χαράτσι 2.435 ευρώ να πληρώσω γαμησιάτικα αποζημίωση για τη στραπατσαρισμέη μύτη του Μπουχέσεν. Φυσικά με διώξανε από το μαγαζί χωρίς αποζημίωση, λεφτά να πληρώσω το κράτος δεν είχα, με κλείσανε μέσα για ένα τριμηνάκι γιατί αναστολή δεν μου δώσανε μιας και είχα άλλο ένα περιστατικό βιαιοπραγίας πιο παλιά που είχα ακρωτηριάσει (λίγο και κατά λάθος) το μικρό δαχτυλάκι ενός αφεντικού μου με τη βαριοπούλα στην οικοδομή γιατί δεν με άφηνε να πίνω από τον σπαστό του με το καλαμάκι μου, δεν με χάλασε καθόλου, σκατό και μάσα τσάμπα και να προσέχω σαν τρελός το σαπούνι στο ντουζ, θα έκανα και τατουάζ στην πατούσα ΜΑΛΑΚΑΣ που πάντα ήθελα αλλά δεν έκανα γιατί φοβόμουν τη βελόνα και γαργαλιόμουν εύκολα και με έπιανε λιποθυμία.

Πώς τα φέρνει η ζωή όμως ρε πούστη ε;

Περάσανε οι μήνες ντάξει, καλά πέρασα μέσα στη Νεάπολη, μου έφερνε μια θειά μου κάτι φαγητά που και που, κανά πακέτο τσιγάρα Κάμελ να καπνίζω, μου έβαλε και μία λίμα μέσα στο εφτάζυμο μια μέρα και έσπασα και το καλό μου  δόντι γιατί δεν μου το είχε πει πως είχε βάλει τη λίμα μέσα, σαν άδεια διαρκείας ήτανε, σαν να ήμουνα γκαστρωμένη και πήρα άδεια τοκετού ένιωθα εκεί μέσα, δεν ήμουνα δα και ισόβιος για φόνο. Μία μπουνιά είχα ρίξει σε μία μύτη και είχα σπάσει κάτι υπολογιστές και κάτι κασελίκια είχα ξεφτίσει. Αυτό. Ξαναμπήκα στο ρυθμό μου, βρήκα και μία καινούρια σκατοδουλειά με 380 ευρώ φουλ ωράριο, βρήκα και ένα μηχανάκι χοντάκι μεταχειρισμένο πενηνταράκι και το αγόρασα βερεσέ από ένα γείτονα (του κούρευα το γκαζόν για τρία χρόνια τσάμπα για να πατσίσουμε) στο πατρικό μου να κάνω τη δουλειά μου.

Σχόλασα από τη νέα μου εργασία στις 7 το πρωί.

Από τότε που βγήκα από τη φυλακή κάνω ότι δουλειά θες, δεν έχω προβλήματα εγώ με αυτά, καμία όμως δεν πλήρωνε. Βάζω βενζίνη νυχτερινός στην λεωφόρο Κνωσού, εννιά ώρες, με έπιασε κότσο το αφεντικό γιατί ήξερε πως ήμουν από φυλακή φρέσκος και δεν επρόκειτο να με κάνουνε διευθυντή της Τράπεζας της Ελλάδος σύντομα.

Έβαλα μπροστά το μηχανάκι αλλά κάτι δεν πήγαινε καλά. Με άφησε το ρημάδι έξω από το νεκροταφείο στον Άγιο Κωνσταντίνο. Γαμώ την γκαντεμιά μου λέω κοίτα να δεις που δεν θα κοιμηθώ πάλι, είχα που είχα αϋπνίες μια ζωή (κοιμόμουν δύο ώρες κάθε μέρα με το ζόρι, τις υπόλοιπες έκανα βαρελάκια στο κρεβάτι) το κωλομηχανάκι με δυσκόλευε επιπλέον – μη το γαμήσω μια περιουσία του είχα ρίξει στα σέρβις αλλά αρχίδια, μου τα τρώγανε οι μηχανικοί στα μπουζί, ούτε γιατροί να ήτανε, φτου φτου μακρυά από μας.

Ξεκαβαλικεύω το ιαπωνικό θηρίο σαν καμπόις συγκαμένος μέσα σε ομίχλη χριστοπανάγιου και δεν προλαβαίνω να βγάλω το κλειδί από τη μίζα να σου και μου τη πέφτουνε δυο λυκόσκυλα σαν αρκούδες από το μπεντένι του νεκροταφείου σαν σπάιντερμαν. Μου δαγκώνει το κωλομέρι το δεξί το ένα και το άλλο με ρίχνει κάτω με τη πρώτη μούντα. Πάλευα να σωθώ από τις δολοφονικές γερμανικές ποιμενικές μασέλες αλλά τα είδα σκούρα. Ήμουν έτοιμος να παραδώσω ψυχή και σώμα (νεκροταφείο ήτανε εκεί οπότε θα με έθαβαν και γρήγορα γρήγορα σκέφτηκα, ακόμα και στο θάνατο ήμουνα βολικός) όταν ακούστηκαν δυο φτυαριές κλανγκ κλανγκ και τα λυκόσκυλα κλαψούρισαν σαν αδερφές και με αφήσανε στο έδαφος σαν ξεσκισμένη σερμπαντίνα από τις περσινές απόκριες.

«Καλά είσαι άνθρωπε μου;» Είπε ο τύπος με το μακρύ παλτό-μουσαμά-νιτσεράδα απροσδιορίστου χρώματος και το φτυάρι
» Όχι νομίζω αιμορραγεί η κωλοτρυπίδα μου» είπα ξέπνοος.

«Δεν είναι τίποτα θα σου περάσει, εμβολιασμένα είναι, έλα να πιούμε μια μπύρα» είπε ο τύπος με το φτυάρι. Η λέξη “μπύρα” ξύπνησε κάτι ωραίο μέσα μου.
Σηκώθηκα, διψούσε και το συκώτι μου για αλκοόλ μετά από εννιά  ώρες στη δουλειά καφέ δεν έπινα γιατί δεν με βοηθούσε με την αϋπνία, δέχτηκα, λέω πόσο πιο σκατά μπορεί να γίνει η φάση.
Κάτσαμε με τον τύπο σ’ ένα δωματιάκι μέσα στη μέση του νεκροταφείου μου είπε πως ήταν ο μόνιμος νεκροθάφτης (είχαν και έκτακτους ναι) και πως κι αυτός τον απέφευγε τον καφέ γιατί τρέμανε τα χέρια του και του πέφτανε τα φέρετρα, τα κόκαλα και τα φτυάρια και ντρεπότανε να μην τον πούνε ερασιτέχνη.
«ΚΤΕΟ το πέρασες το μηχανάκι;» Μου είπε
«Όχι»
«Θα σε γράψουνε και το πρόστιμο είναι 400 ευρώ»
«Έχω ένα θείο στη τροχαία» είπα σαν ηλίθιος.
Δεν είπαμε τίποτα για πολλή ώρα τελείωσα τη μπύρα μου πήρα τις τελευταίες τζούρες από το σιγαρέτο μου και σηκώθηκα σαν μπαταρισμένη σκούνα να πάω σπίτι με τα πόδια.
«Τα λέμε…πρόσεχε τις αρκούδες θα φάνε κανένα» είπα.

“Κρούγκερ με λένε” είπε ο νεκροθάφτης και μου άπλωσε το χέρι. Το κοίταξα και δεν άπλωσα το δικό μου.

“Πρέπει να φύγω” είπα και άφησα μία μικρή κλανιά γιατί πονούσε λίγο η κοιλιά μου, σαν σουβενίρ.

“Τι θα κάνεις με το μηχανάκι;” είπε ο Κρούγκερ που φαινόταν να νοιάζεται πιο πολύ από μένα για το σαράβαλο μου.

“Θα το πετάξω στον ποταμό ή θα το δώσω σε κανά γύφτο” είπα.

“Να το φτιάξεις” είπε.

“Δεν έχω λεφτά….τι να σου λέω τώρα και σένα…” είπα και παραλίγο να με πάρουνε τα ζουμιά σαν καμιά ξενιτεμένη καλόγρια από το Κατμαντού. Με είχε πιάσει το παράπονο. Έφερνε και λίγο στο πατέρα μου ο Κρούγκερ, πολύ θέλει κανείς να ξεσπάσει;

“Πού δουλεύεις;” είπε ο Κρούγκερ και άρχισε να σκαλίζει κάτι χαρτιά μέσα σε ένα παμπάλαιο συρτάρι. Βρωμούσε λιβανίλα εκεί μέσα. Μου άρεσε όμως η λιβανίλα. Μου θύμιζε τη γιαγιά μου και το χωριό όταν ήμουνα μικρός και δεν είχα έγνοιες και δουλειές και μαλακίες και μηχανάκια που δεν παίρνουνε μπροστά.

“Στο βενζινάδικο στη Κνωσού στο ΕΚΟ” είπα.

“Πόσα σου δίνει;”.

“380 ευρώ” είπα.

“Με τις εκταφές πως τα πας;” είπε με σοβαρό ύφος.

“Τι είναι αυτό;” ρώτησα αν και είχα μία ιδέα στο πίσω μέρος του μυαλού μου.

“Αν καταφέρεις να κάνεις την εκταφή που έχω σήμερα θα σε προτείνω στου ηγούμενου να σε πάρουνε…θα πούμε και ένα μικρό ψεματάκι πως έχεις και προϋπηρεσία και ξέρεις από τάφους…έχει ανοίξει μία θέση εδώ…στο νεκροταφείο…χρειάζομαι βοηθό” είπε ο Κρούγκερ.

“Δεν είμαι εγώ για τέτοια….” είπα. Η αλήθεια είναι πως ήξερα από τάφους, το παλιό πολυκατάστημα σαν τάφος ήτανε.

“Ο μισθός είναι 1.500 ευρώ καθαρά με βαρέα ένσημα…καλό ωράριο…θα μάθεις να χειρίζεσαι και εσκαφέα τσάπα…δεν κάνουμε τίποτα με τα χέρια πλέον” είπε ο Κρούγκερ με περηφάνια. “Η ενορία έχει  δύναμη στην Ελλάδα φίλε μου”.

Άρχισα να το σκέφτομαι σοβαρά αν και δεν ήμουν ποτέ αυτό που λέμε θρήσκος. Μου έδειξε τι έπρεπε να κάνω. Πήρε ένα λοστάρι και μου είπε να τον ακολουθήσω. Περπατήσαμε μέσα στο πρωινό φως που έμπαινε από τα κυπαρίσσια. Ήταν ήσυχα. Αυτό μου άρεσε. Δεν θα χρειαζόταν να κάνω και απεργίες εδώ, σκέφτηκα. Όλοι ήταν νεκροί. Κανείς δεν θα ενοχλούσε τα δικαιώματα μου.

Ο Κρούγκερ μου έδειξε πως ν’ ανοίξω το τάφο. Μου έδωσε ένα μασκάκι και το έβαλα. Η μπόχα ήταν κάτι το απερίγραπτο. Κατεβήκαμε δύο σκαλοπατάκια και μπήκαμε στον τάφο. Στα δεξιά υπήρχε ένα φέρετρο σκονισμένο, ο Κρούγκερ μου έδειξε πως το ανοίγουν χωρίς να το σπάσουν.

“Μόνο οι πολύ φραγκάτοι αγοράζουν μόνιμο τάφο….οι υπόλοιποι κάνουν εκταφή…ούτε στο τάφο δεν ησυχάζεις φίλε μου” είπε ο Κρούγκερ και χαμογέλασε και φάνηκαν δύο χρυσά δόντια μπροστινά που τον έκαναν να μοιάζει με λαγό από την κόλαση. “Πιάσε τα κοκαλάκια…πανάθεμα τονε….πρέπει να ήτανε και βαρυκόκαλος….και βάλτα εδώ…τη βρώμα θα τη συνηθίσεις” μου έδειξε μία σακούλα σκουπιδιών μαύρη σαν το θάνατο. Έβαλα γάντια και έπιασα τα κόκαλα, ήταν όντως βαριά, τα έβαλα μέσα στη σακούλα, έτρεξα έξω από τον τάφο και πήρα βαθιές ανάσες. Το γέλιο του Κρούγκερ ακούστηκε μέσα από το τάφο.

“Αφού δεν ξέρασες όλα καλά….προσλαμβάνεσαι….το μόνο που μένει τώρα είναι να πιούμε μία ρακή στην υγειά του πεθαμένου….άλλωστε του χρωστάς τη δουλειά σου μην το ξεχνάς…να ξέρεις κάτι και να το θυμάσαι πάντα…όλοι οι νεκροί το ίδιο είναι….μαύροι άσπροι κίτρινοι μπλε μωβ φραγκάτοι όμορφοι άσχημοι πλούσιοι φτωχοί γκέι στρέιτ πετυχημένοι αποτυχημένοι ναυάγια ή πρωθυπουργοί…όλοι είναι αποθαμένοι…χώμα και τίποτε άλλο…αυτά τα κοκαλάκια μένουνε μόνο που βλέπεις…γι’ αυτό ζήσε τη ζωή σου όπως εσύ θες τώρα που μπορείς γιατί μετά πιάνει δουλειά ο νεκροθάφτης καημένε και όχι ο Χάρος…ο Χάρος δεν υπάρχει…μόνο ο νεκροθάφτης” είπε ο Κρούγκερ και χαμογέλασε με το χρυσαφένιο λαγίσιο του χαμόγελο.

Έκατσα πάνω στο μάρμαρο και κάπνισα να μου περάσει η ζαλάδα. Ο Κρούγκερ έφερε τη ρακή και ήπιαμε στην υγεία του Ευλάμπιου Μαστραπά, γεννηθείς Μάρτιο 1943 στις Πατέλες και μακαρίτης Ιούνιο του 2014 πάλι στις Πατέλες. Ο Κρούγκερ μου έδειξε πως βάζουμε τα κόκαλα στο οστεοφυλάκιο, αυτό ήταν πιο εύκολο.

“Το επόμενο βήμα είναι να μάθεις να καβαλάς τη Σούλα….τον εκσκαφέα…την τσάπα…έτσι την έχω βγάλει…η Σούλα μου η κοπελάρα μου που όλους τους βολεύει κάτω από τη γης” είπε και με χτύπησε στη πλάτη.

Με πήγε στο σπίτι με το αυτοκίνητο του, ένα βάτραχο παλιό σιτροέν κυπαρισσί (συμβολικό). Μου είπε πως ακόμα και αμάξι του είχε πάρει η ενορία, παλιό αλλά έκανε ότι έπρεπε να κάνει ένα αμάξι, σε πήγαινε όπου ήθελες να πας, αργά και σταθερά.

“Μια χαρά θα είσαι…και αν είσαι ντάξει και δουλέψεις σωστά….θα πάρεις και σύνταξη από δω.” είπε ο Κρούγκερ.

Μπήκα στο σπίτι, άνοιξα το νερό στη ντουζιέρα και έκανα εμετό στο νιπτήρα. Θα έριχνα έναν δύωρο ύπνο και το απόγευμα θα έπαιρνα τηλέφωνο στο βενζινάδικο να τους πως πως παραιτούμαι γιατί βρήκα κάτι καλύτερο. Είχα τύχη βουνό ο πούστης, να ‘ναι καλά η ενορία μας κι ένα ζευγάρι λυσσασμένα λυκόσκυλα.

Το σχέδιο είναι του Στέλιου Παπαγρηγορίου.

«Ο Χάρος δεν υπάρχει… μόνο ο νεκροθάφτης» είναι από την επερχόμενη συλλογή διηγημάτων “Οι Γρόθοι”, εκδόσεις Λούμπεν.

Το νέο μυθιστόρημα του Στέλιου Παπαγρηγορίου με τίτλο “Γούντι Άλεν” θα κυκλοφορήσει τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Νεφέλη.

http://www.steliospapagrigoriou.info/