Είναι δύο του Νοέμβρη και η Ελένη οδηγάει τώρα και δεκαοχτώ λεπτά χωρίς να ξέρει που πηγαίνει. Πριν από σαράντα λεπτά, στην αλάνα δίπλα από το διαμέρισμα της, η Ελένη στεκόταν και κοίταζε το πίσω μέρος του ταξί που μέσα του καθόταν ο Πέτρος να εξαφανίζεται μέσα στον ορίζοντα. Αν δεν ήταν ικανή να φέρει πίσω τον Πέτρο τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα κρατούσε κάτι από αυτόν, την ανάμνηση αυτής της στιγμής, μέσα της. Τα πόδια της πονούσαν, ιδιαίτερα το κότσι της στο αριστερό πόδι. Άφησε το σώμα της να κάτσει μέσα στο καρτοτηλέφωνο. Προσπάθησε να κλάψει, συνήθως έκλαιγε μπροστά στον Πέτρο γιατί ήθελε να αισθανθεί άσχημα, τώρα όμως που δεν υπήρχε ακροατήριο έμοιαζε να μην αξίζει την προσπάθεια της.

Ο Πέτρος είχε εγκαταλείψει το διαμέρισμα πολλές φορές. Τώρα όμως ήξεραν και οι δύο πως αυτή θα ήταν και η τελευταία φορά. Η πόρτα του κτιρίου της είναι πέντε μέτρα μακριά της, κρυώνει αλλά δεν κάνει καμία προσπάθεια να την φτάσει.

Η Ελένη δεν θέλει να μπει μέσα και να δει τα αντικείμενα του Πέτρου σκορπισμένα μέσα στο σαλόνι, την οδοντόβουρτσα του, τα λεκιασμένα σεντόνια, στάχτες από τα τσιγάρα του. Το διαμέρισμα της μοιάζει να έχει δεχτεί επίθεση από μία άγνωστη δύναμη του σύμπαντος. Δεν έχει όνομα. Δεν είναι ασφαλές να μπει μέσα στο διαμέρισμα για τουλάχιστον 24 ώρες. Περπατάει μέχρι το αυτοκίνητο της, ένα μικρό Τογιότα Γιάρις παλιό με τρακαρισμένο προφυλακτήρα, δεν είναι καθόλου σίγουρη για το που θέλει να κατευθυνθεί.

Τριάντα τρία λεπτά πριν είχε βγει από το διαμέρισμα με τον Πέτρο. Τα μάτια του εστίαζαν στον ορίζοντα κάπου, πολύ ψηλά για εκείνη. Το πρόσωπο της ήταν η παχύρρευστη μάσκα κάποιου που έκλαιγε για πολλή ώρα σιγανά αλλά σταθερά. Φαντασιώθηκε ανοιχτές πληγές και ένα κύμα από λευκά αιμοσφαίρια που επιτίθενται στα μικρόβια, προσαρμόζοντας ένα πρησμένο τοπίο στα οστά του προσώπου της. Ήταν άραγε ακόμα μία ελκυστική γυναίκα; Ο Πέτρος είπε κάτι σχεδόν “αποκρυφιστικό” που η Ελένη το αγνόησε χωρίς  οργή. Δύο άντρες πλησίασαν, ο ένας είπε “Πως πάει;”, η Ελένη είπε σιγανά “όχι και τόσο καλά”, ο Πέτρος γέλασε. Αυτό το σχόλιο της έμοιαζε να κλείνει μέσα του όλη της τη διάθεση τώρα και δύο μήνες. Ένα μείγμα ερασιτεχνικού κυνισμού με πρόχειρες πιτσιλιές αυτολύπησης που θύμιζαν παραγωγές συγκροτημάτων της δεκαετίας του ’90 που όλα έμοιαζαν να βρίσκονται στο τμήμα lo fi του δισκάδικου. Η Ελένη αποπειράθηκε να χαμογελάσει.

Πριν από δύο ώρες η Ελένη και ο Πέτρος καθόντουσαν με κάποιους συναδέλφους τους σε ένα τυχαίο μπαρ. Η Ελένη κάνει πρακτική στο γραφείο του Πέτρου, γραφείο που αναλαμβάνει διαφημίσεις. “Μακάρι να μπορούσα να τις πηδήξω όλες στο τμήμα γραφιστικής” είπε ο Πέτρος. Είχε από μόνος του  δημιουργήσει μία περσόνα που σχόλια σαν και το παραπάνω γίνονταν αποδεχτά με γέλια από την ομήγυρη. Η Ελένη ευχήθηκε κάποιος άλλος να έλεγε κάτι σύντομα, το σχόλιο αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά της σαν χαλασμένο επαναληπτικό εφέ. Ήπιε μία γουλιά από τη ρακή της.

Πολύ λίγο πριν από αυτό, ο Πέτρος βγαίνει έξω από το μπαρ για να καπνίσει ένα τσιγάρο και να μιλήσει στο τηλέφωνο. Καθώς εκείνος είναι έξω και μιλάει στο τηλέφωνο, η κοπέλα του η Μαρία βρίσκεται σε έναν κοιτώνα εστίας στο πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης. Η Ελένη δυσκολεύεται να θυμηθεί τι είναι αυτό που σπουδάζει η Μαρία στη Σουηδία. Είναι για ένα μάστερ κάτι. Αρχιτεκτονική κάτι, φιλοσοφία κάτι. Αστρολογία ίσως; Κάτι ακόμα λιγότερο πρακτικό όπως αρχαιολογία; Η Μαρία είναι ένα ζωντανό πλάσμα που υπάρχει και αναπνέει αλλά από τόσο μεγάλη απόσταση δεν φαίνεται να είναι αληθινή. Η Ελένη μερικές φορές σκέφτεται “Αρχαιολόγος” και φαντασιώνεται τον Ιντιάνα Τζόουνς πάνω σε βαγόνια στην έρημο να χτυπάει με το μαστίγιο του σκονισμένους Ναζί, μετά κάνει φότοσοπ με το μυαλό της και βάζει το πρόσωπο της Μαρίας στο πρόσωπο του Ιντιάνα Τζόουνς. Η Ελένη δεν ξέρει γιατί αρέσει τόσο πολύ στον Πέτρο μία γυναίκα Ιντιάνα Τζόουνς, μερικές φορές προσπαθεί να συμπεριφέρεται σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς και η ίδια η Ελένη αλλά δεν ξέρει ακριβώς πως να το κάνει.

Όταν δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνει στο ίντερνετ η Ελένη κοιτάει φωτογραφίες της Μαρίας στο φέισμπουκ και προσπαθεί να εφεύρει λόγους για να την μισήσει. Για παράδειγμα, η φάτσα της δεν αλλάζει ποτέ έκφραση στις φωτογραφίες. Το χαμόγελο της πάντα μοιάζει να αφήνει τα κάτω της δόντια ακάλυπτα. Σαν έφηβη η Ελένη παρακολουθούσε εκπομπές της Τατιάνας στην τηλεόραση. Η μητέρα της πάντα μισούσε το χαμόγελο της Τατιάνας. Η Μαρία έμοιαζε πολύ με την Τατιάνα όταν χαμογελούσε. Η Τατιάνα έμοιαζε να θέλει πάντα να φαίνεται λαμπερή σαν αστέρι. Η Ελένη ήθελε απλά να της κάνει το πρόσωπο κιμά με ένα κουρευτικό εργαλείο. Μπέρδευε μέσα στο μυαλό της το πρόσωπο της Τατιάνας Στεφανίδου με εκείνο της Μαρίας της Ιντιάνα Τζόουνς. Όταν πάθαινε τη σύγχυση τα αυτιά της έμοιαζαν να αιμορραγούν. Σκέφτηκε πως θα έμοιαζε η Μαρία με μόνο τρία δόντια. “Κλείσε το γαμήδι το στόμα σου” έλεγε η μητέρα της στην οθόνη. “Σοβαρά τώρα…κλείστο”. Η Ελένη χαμογελούσε αλλά δεν έπαιρνε το βλέμμα της από τις σχολικές της εργασίες.

Τώρα στη Σουηδία θα είναι νύχτα. Η Μαρία γδύνεται καθώς το νερό στο ντουζ τρέχει, το πρόσωπο της είναι πολύ ήρεμο. Ο εσωτερικός της διάλογος είναι τεμπέλικος και χωρίς μορφή, τις περισσότερες ώρες της ημέρας ο εσωτερικός της διάλογος αποτελείται από γωνίες τραπεζιών, μοίρες του παρελθόντος, συγκρίσεις κλίματος. Η Μαρία ονειρεύεται το μέλλον της με τον Πέτρο και θυμάται το παρελθόν της μαζί του, τι θα φάει μετά, και το πως να κάνει τον εαυτό της αρεστό σε όλους. Σκέφτηκε για λίγο τον Κλιμτ χωρίς να ξέρει γιατί, ίσως να έφταιγε η κουρτίνα του ντουζ που έχει πολλά χρωματιστά σχέδια, της θύμισε την αυλή με τις κότες του Κλιμτ. Η Μαρία δεν ξέρει τίποτα για ένα πρόσωπο με το όνομα Ελένη Κουτρούμαλου, ένα πρόσωπο το οποίο ο Πέτρος συναντάει στο διαμέρισμα της κάθε μέρα από τις 4 Σεπτεμβρίου, τέσσερις ημέρες μετά την αναχώρηση της για Στοκχόλμη. H Μαρία δεν έχει κανένα λόγο να πιστεύει πως η Ελένη υπάρχει. Πριν από την Ελένη ήταν η Χριστίνα, η Ιωάννα και η Σόνια. Η Χριστίνα και η Σόνια είχαν σχεδόν ξανθιά μαλλιά και ο Πέτρος είχε χάσει το ενδιαφέρον του αμέσως μόλις είχε εκσπερματώσει μέσα τους.

O Πέτρος εξηγεί στην Ελένη πως εκείνη είναι διαφορετική. Της αγοράζει μεσημεριανό. Της δανείζει βιβλία, τοποθετεί το κεφάλι του ανάμεσα από το λαιμό της και τον ώμο της καθώς πίνουν μπάφο και κοιτάνε την αφίσα με το ηλιακό σύστημα που κρέμεται πάνω από το κρεβάτι της Ελένης.

“Γιατί υπάρχουν πολλά ηλιακά συστήματα;” ρωτάει ο Πέτρος.

“Δεν έχω ιδέα” λέει η Ελένη.

“Θα έπρεπε να υπάρχει μόνο ένα”.

“Δεν ακούγεται λογικό”.

“Κι όμως είναι λογικό…γιατί θα πρέπει να υπάρχουν πολλά σύμπαντα ρε φίλε…χάσιμο χρόνου” είπε ο Πέτρος. “Γιατί να παιδεύεσαι με τόσα πολλά;”.

“Είναι σαν να μου λες πως όλες οι γυναίκες πρέπει να έχουν ένα είδος κώλου γιατί εσένα σου αρέσει μόνο ένα είδος κώλου” είπε η Ελένη και ξαφνιάστηκε με τον εαυτό της γιατί δεν περίμενε πως θα μπορούσε να γίνει τέρμα σεξίστρια με μία και μόνο φράση της. Της άρεσε να είναι σεξίστρια.

“Δεν είπα αυτό….καμία σχέση βασικά..”.

“Τέλος πάντων…δεν ξέρω..έτσι κι αλλιώς δεν μου αρέσει αυτή η αφίσα απλά ήθελα κάτι να κρεμάσω για να μην είναι άδειος  ο τοίχος” είπε η Ελένη.

“Μπορείς να βάλεις μία φωτογραφία μου μεγενθυμένη” είπε ο Πέτρος και χαμογέλασε σα ζόμπι.

Πέντε μέρες μετά ο Πέτρος αράζει στο πατρικό του. Είναι Σάββατο. Αποφεύγει να επικοινωνήσει με την Ελένη παρόλο που κοιτάει το φέισμπουκ της πολλές φορές την ημέρα. Τη πρώτη μέρα που ήταν στο πατρικό του της έστειλε ένα μήνυμα γιατί είχε αισθανθεί τύψεις, του απάντησε αλλά εκείνος δεν ξαναέστειλε. Κοιτάει φωτογραφίες της Ελένης. Κοιτάει φωτογραφίες της Μαρίας. Θυμάται πριν από πέντε χρόνια και κάτι που καθόταν στο αυτοκίνητο της Μαρίας, τα πρόσωπα τους γυαλιστερά από τα δάκρυα. Εκείνος θα έφευγε από την πόλη για να πάει φαντάρος και δεν ήξερε τι θα γίενι με τη σχέση τους. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί επακριβώς τι είχαν πει. Αν θυμόταν ήταν σίγουρος πως δεν θα δραματοποιούσε τόσο τα πράγματα μέσα του. Δεν τον ένοιαζε όμως. Ήταν δραματικός τύπος. Ή όλα ή τίποτα. Ήταν άντρας όχι μαλακίες. Ήθελε να βρίσκεται μέσα σ’ εκείνη τη στιγμή ξανά, μέσα στο αυτοκίνητο. Αν ήταν άλλος θα απέφευγε να δακρύσει σκεφτόμενος ίσως τον τρόπο κατασκευής μίας μηχανής του χρόνου ή το Back to the future την ταινία. Να τον όμως που δεν σκέφτεται τίποτα, απλά αφήνει τα δάκρυα του να κυλήσουν ελεύθερα στα μάγουλα του, στο χέρι του ένα ποτήρι τζιν σκέτο, ξέροντας πως δεν επρόκειτο να σταματήσει να αισθάνεται δραματικός για τα επόμενα δέκα λεπτά τουλάχιστον. Είναι σχεδόν ξαπλωμένος στον καναπέ των γονιών του, το σώμα του δεν χωράει στον καναπέ και το δέρμα του κολλάει στο δέρμα του επίπλου.  Ξέρει πως πρέπει να σταματήσει να βλέπει την Ελένη σύντομα.

Την ημέρα που ο Πέτρος θα έφευγε για το πατρικό του, ροχαλίζει δυνατά στο κρεβάτι της Ελένης. Η Ελένη διαβάζει στο τραπέζι του σαλονιού. Είναι 6 το πρωί. Ο ήλιος βγαίνει από τα ανατολικά όπως πάντα. Είναι πιο εύκολο για την Ελένη να κοιμάται εξ’ αρχής στον καναπέ παρά να ξυπνάει κάθε λίγο και λιγάκι το Πέτρο και να του λέει να γυρίσει. Δεν τον αφήνει να κοιμηθεί ούτε μία φορά στον καναπέ ακόμα και μετά τις επανειλημμένες προσφορές του Πέτρου να κοιμηθεί στον καναπέ εκείνος. Εκείνη λέει “εγώ έχω το πρόβλημα με το ροχαλητό σου, δεν φταίει το ροχαλητό σου”. Κάθε πρωί ο Πέτρος της ζητάει συγνώμη, κάθε πρωί η Ελένη του λέει “δεν πειράζει, μη το συζητάς”.

Έξι ώρες πριν η Ελένη κοιτάξει την ανατολή του ηλίου, κοιτάζει το στομάχι του Πέτρου που κρατάει το μαξιλάρι της σαν μόλις να έχει βγάλει ένα χέρι, όπως εκείνη τη ταινία το Βίντεοντρομ. Τον κοιτάει μία στο κεφάλι και μία στο στομάχι. Ο Πέτρος την καταλαβαίνει πως τον κοιτάει, κάνει μία γκριμάτσα ζόμπι και αφήνει μία μικρή κλανίτσα με το στόμα.

“Έχεις ένα άλλο άνθρωπο μέσα στο στομάχι σου” λέει η Ελένη.

“Απλά έχω πολύ καλούς κοιλιακούς” λέει ο Πέτρος.

“Δεν έχεις κοιλιακούς” λέει η Ελένη.

“Τα μάτια σου… πάντα ψάχνουν για ένα μυστικό πάνω μου” λέει ο Πέτρος. Το μαξιλάρι δεν αφήνει να βγουν οι ήχοι από το στόμα του σωστά.

“Δεν το κάνω αυτό” λέει η Ελένη.

Το δωμάτιο μένει σιωπηλό για μερικά δευτερόλεπτα. Ο Πέτρος πετάει το μαξιλάρι με δύναμη στο πρόσωπο της Ελένης. Μετά αισθάνεται το σώμα του πάνω στο σώμα της.

“Γιατί με θέλεις; Δεν είμαι καλός….είμαι γέρος….πεθαίνω” λέει ο Πέτρος μπροστά στη μύτη της. Η ανάσα του μυρίζει κορν φλέικς.

“Είσαι ήρωας από το βίντεοντρομ” λέει η Ελένη.

“Τι μαλακία είναι πάλι αυτή;” λέει ο Πέτρος.

“Γαμιόλη…άσχετε γαμιόλη” λέει η Ελένη.

“Είμαι γέρος… χέζω αίματα” λέει ο Πέτρος.

“Είσαι τριάντα δύο χρονών….έξι χρόνια πιο μεγάλος μου” λέει η Ελένη και βγαίνει από την αγκαλιά του. Σηκώνεται από το κρεβάτι.

“Πεθαίνω κάθε μέρα” λέει ο Πέτρος και βήχει σαν γέρος με φλέματα.

“Μην γίνεσαι ένα δραματικό τέρας” λέει η Ελένη.

“Τι θες από μένα;” λέει ο Πέτρος.

“Τίποτα….δεν ξέρω….εσένα…μου αρέσεις…μου αρέσει να είμαι μαζί σου εδώ…τώρα” λέει η Ελένη κάπως απολογητικά.

“Και μένα μου αρέσει…”λέει ο Πέτρος.

Δύο εβδομάδες πριν η Ελένη μπαίνει στη καφετέρια που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την πολυκατοικία της. Καπνίζει ένα τσιγάρο και ακούει Coughs στο τηλέφωνο της με τα ακουστικά. Μόλις το τσιγάρο θα τελειώσει θα βρίσκεται ακριβώς μπροστά από την είσοδο της καφετέριας. Τα τσιγάρα είναι ένα μέσο για να καταγράφει το χρόνο που περνάει ή την απόσταση που διανύει. Πονάει λίγο το έντερο της από τα δεξιά και ο ήλιος είναι πολύ ψηλά και κάνει ζέστη, η γούβα που σχηματίζει η σπονδυλική της στήλη έχει λίγες σταγόνες ιδρώτα αναμεμειγμένες με αφρόλουτρο που βγαίνουν σε μείγμα από τους πόρους της λόγω της θερμοκρασίας.

Την ικανοποιεί το γεγονός ή η σκέψη ή και τα δύο πως κρατώντας ένα τσιγάρο λαμβάνει αυτόματα την ιδιότητα του μιμιδίου “Ανθρώπου Που Καπνίζει” ή την ιδιότητα του μιμιδίου “Γυναίκα Που Καπνίζει”. Οι άνθρωποι οι οποίοι θα την δουν να κρατάει στο χέρι της το τσιγάρο θα την τοποθετήσουν αυτόματα στην κατηγορία μιμιδίου “Άνθρωποι Που Καπνίζουν” μέσα στον εγκέφαλο τους. Δεν θα κάνουν ερωτήσεις. Πάντα είχε την ελπίδα πως οι άνθρωποι την έβλεπαν όπως εκείνη έβλεπε τον εαυτό της. Ένα παράξενο και ελαφρύ πράγμα το οποίο ανά πάσα στιγμή θα μπορούσε να αποκοπεί από το έδαφος και να αρχίσει να αιωρείται σαν απρόσεχτα αφημένο μπαλόνι στον αέρα, πετώντας μέχρι τη στρατόσφαιρα και μετά μέσα στο διάστημα χωρίς κανείς να το προσέξει.  Οι ιδιότητες που προσδίδει η πράξη του να κρατάει ένα τσιγάρο λειτουργούν σαν “άγκυρα” για την Ελένη, την κρατάνε κάτω στο χώμα, στην πραγματικότητα.

Παρατηρεί τον μπλε καπνό να βγαίνει από τα πνευμόνια της και να μπαίνει μέσα στον αέρα. Σκέφτεται πως τα πνευμόνια της είναι αληθινά πνευμόνια και αυτός είναι αληθινός καπνός και αυτό είναι αληθινός αέρας. Τα πνευμόνια της, ο καπνός και ο αέρας δεν είναι ιδέες ή μιμίδια. Είναι πραγματικότητα. Όταν συλλογίζεται τόσο δυνατά για την πραγματικότητα των πνευμονιών της ή οποιουδήποτε άλλου ζωτικού οργάνου της αρχίζει και ανακατεύεται σαν μόλις να έχει φάει ένα χαλασμένο ντόνατ με σάλτσα σαρδέλας. Προτιμά απλά να κοιτάει τον καπνό και να μην σκέφτεται τίποτα. Δεν έχει νόημα να σκέφτεσαι τίποτα, σκέφτεται η Ελένη.

Η Ελένη και ο Πέτρος πέρασαν όλο τους το πρωινό προσπαθώντας να ξυπνήσουν. Έφαγαν πρωινό αγορασμένο από τον Κρητικό Φούρνο. Η Ελένη πήρε ένα γεμιστό ντόνατ με σοκολάτα και καραμέλα και ο Πέτρος πήρε μία πίτσα. Και οι δύο ήπιαν εσπρέσσο παγωμένους. Πλήρωσε η Ελένη. Μετά το πρωινό περιφέρονται χωρίς σκοπό στο κέντρο του Ηρακλείου. Ρωτάνε ο ένας τον άλλο “τι θα κάνουμε;”. Ο ήλιος είναι ψηλά και έχει το χρώμα του φθινοπώρου. Μερικές στιγμές πρέπει να σουφρώσουν τα μάτια τους. Πλησιάζουν μία πολυκατοικία και ο ήλιος είναι κόντρα. “Έχω ξεράσει μπροστά από αυτή την πολυκατοικία μια φορά” είπε η Ελένη. “Δίπλα έχει ένα κρεοπωλείο και ήταν πρωί και είχανε φέρει τα κρέατα και τα ξεφορτώνανε και μόλις τα είδα ξέρασα πάλι” είπε η Ελένη και χαμογέλασε λίγο σα ζομπι. “Πάμε να δούμε αν τα ξερατά σου είναι ακόμα εκεί!” είπε ο Πέτρος ενθουσιασμένος. Πλησίασαν προς το μέρος που έδειξε η Ελένη. “Όχι…τσκ..τσκ..δεν βλέπω ξερατό…τα καθαρίσανε”. “Κρίμα” είπε ο Πέτρος και χαμογέλασε σα ζόμπι. “Θέλω να φάω κρέας” είπε η Ελένη. “Έχω να φάω πολύ καιρό κρέας”.

Πίσω τους, στα δέκα μέτρα, βρίσκεται μία μικρή αλάνα, η Ελένη μπαίνει στην αλάνα πηδώντας σαν ζουρίδα. “Θα πατήσεις καμία πρόκα ή καμιά σύριγγα και θα πάθεις AIDS” είπε ο Πέτρος και την ακολούθησε. Μπαίνουν σε μία οικοδομή. Μέσα στην οικοδομή υπάρχουν σκουπίδια και άδεια μπουκάλα με ξεθωριασμένες ετικέτες, ένα πιρούνι σκουριασμένο, πακέτα από γαριδάκια, τσιγάρα και σοκολάτες, παράξενα σχήματα από κομμάτια πλαστικού που είναι πολύ δύσκολο να καταλάβεις για τι πράγμα είχαν χρησιμοποιηθεί.  Βγαίνοντας από την οικοδομή ο Πέτρος είδε ένα μικρό παιχνίδι “χελωνονιντζακι” που δεν είχε κεφάλι, η Ελένη βλέπει ένα μικρό ποδοσφαιριστή που του έχει κοπεί το ένα πόδι και είναι πνιγμένο στη λάσπη. Η Ελένη το πιάνει και το σκουπίζει με το χέρι της. “Θα το κρατήσω” λέει στον Πέτρο. “Σουβενίρ”.

Έβαλε το μικρό ποδοσφαιριστή στη τσάντα της και μετά το κρέμασε με μία μικρή αλυσιδίτσα στον καθρέπτη μέσα στο αυτοκίνητο της, μετά το μετάνιωσε και το κόλλησε με κόλλα στο παρμπρίζ. Δεν είναι από τα άτομα που γεμίζουν το αυτοκίνητο τους με διάφορα μπιχλιμπίδια αλλά εκείνος ο μικρός ποδοσφαιριστής άρεσε γιατί είχε ένα πόδι. Της άρεσε επίσης το ξεθωριασμένο απροσδιόριστο χρώμα του. Της άρεσε που το καινούριο της παιχνίδι είχε μία ιστορία που κανένας δεν επρόκειτο να μάθει. Αναρωτήθηκε που να ήταν το πόδι του.

Η Ελένη είχε αποφασίσει να κρατήσει τον μικρό ποδοσφαιριστή  όταν την ίδια στιγμή η Μαρία καθόταν να φάει με μία φίλη της σε ένα κεντρικό μέρος της Στοκχόλμης. Η φίλη της Μαρίας γελάει δυνατά συζητώντας κατι πολύ προσωπικό με τη Μαρία, έχει πιει πολύ κρασί. Έξω έχει χιονίσει και κάνει πολύ κρύο. Η Μαρία σκέφτεται “είμαι καλά, είμαι ευτυχισμένη εδώ”. Τσεκάρει το κινητό της για μηνύματα αλλά δεν έχει κανένα.   Εκείνη τη μέρα είχε φαντασιωθεί πως θα ήταν να ερχόταν ο Πέτρος εκεί. Θα περπατούσαν ανάμεσα από τους χιονισμένους δρόμους και θα του έδειχνε το μουσείο με το πλοίο. Θα έλεγαν αστεία και θα γελούσαν λίγο. Ο Πέτρος θα έδειχνε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τη πόλη. Θα σταματούσαν στο μαγαζί που καθόταν τώρα και θα έπιναν τσάι από άγριες φράουλες που ήταν τόσο ωραίο. Κάποιος αναστενάζει, η φίλη της κάτι λέει και γελάει. “Μαρία…πες την ιστορία με τον άντρα σήμερα…στο εργαστήριο…με τις φακές”.

Έξι μέρες πριν από την οικοδομή ο Πέτρος στέλνει στην Ελένη ένα ειλικρινές μέιλ στο οποίο της εξομολογείται διάφορα άβολα πράγματα, η Ελένη του στέλνει ένα οργισμένο μέιλ. Ο Πέτρος της τηλεφωνεί και της εξηγεί πως δεν είναι εύκολο να αφήσει έναν γάμο που έχει διαρκέσει έξι χρόνια για έναν άνθρωπο που ξέρει μόνο ένα μήνα και κάτι. Της λέει πως είναι πολύ νωρίς να έχουν μία τόσο συναισθηματικά φορτισμένη συζήτηση αλλά αν είχαν αυτή τη συζήτηση μετά από κανά μήνα ίσως τα πράγματα να ήταν πιο “σωστά” ή κάτι τέτοιο. Η Ελένη ξαφνικά αισθάνεται αισιοδοξία για το μέλλον. Σκέφτεται πως αν βλέπονται ακόμα με τον Πέτρο μέχρι να έρθει η Μαρία τότε ίσως ο Πέτρος να την πάρει πιο πολύ στα σοβαρά τη σχέση τους.

Εκείνη τη νύχτα ο Πέτρος ρωτάει την Ελένη αν θέλει να πάνε για μία μπύρα. Η Ελένη τον συναντάει στο μπαρ κοντά στο διαμέρισμα της. Έκλαιγε όλη την ημέρα και αυτό φαίνεται στο πρόσωπο της. “Ο μπάρμαν μου είπε να κάτσουμε εδώ…είναι για ζευγάρια που περνάνε δύσκολες στιγμές αυτό το τραπέζι” είπε ο Πέτρος.  Η προνοητικότητα του μπάρμαν εκπλήσσει κάπως αδιάφορα την Ελένη, δεν ξέρει πως γίνεται αυτό αλλά γίνεται. Η Ελένη συνειδητοποιεί πως ο Πέτρος της κάνει πλάκα. Κάθονται για πολλή ώρα, μιλάνε κυρίως με αφηρημένες έννοιες ή δεν μιλάνε καθόλου. Όσο εκείνοι μιλάνε η Μαρία περπατάει σε έναν πολυσύχναστο δρόμο της Στοκχόλμης και ρωτάει κάποιον άγνωστο που είναι η βιβλιοθήκη χωρίς να μπορεί να θυμηθεί σωστά ποια είναι η λέξη στα Σουηδικά για το “βιβλιοθήκη”. Ο άγνωστος γελάει.

Ο Πέτρος και η Ελένη είναι μέσα στο ασανσέρ για το διαμέρισμα της Ελένης. Ο Πέτρος προσπαθεί να ξεσκαλώσει ένα κουμπί από το ταμπλό και η Ελένη τον βοηθάει να το βγάλει. Ο Πέτρος το βάζει στην τσέπη του. Είναι το νούμερο τρία.  “Σουβενίρ” λέει ο Πέτρος. Δεν της αρέσει ο αριθμός τρία αλλά δεν λέει τίποτα στον Πέτρο.  Στο διαμέρισμα η Ελένη λέει στον Πέτρο πως θέλει να συνεχίσει να τον βλέπει, ότι της αρέσει που είναι μέσα στη ζωή της και δεν την νοιάζει που αυτό μπορεί να γίνεται με κάπως ανορθόδοξο τρόπο. Ο Πέτρος συμφωνεί. “ΟΚ” λέει η Ελένη. “Εντάξει” λέει ο Πέτρος και χαμογελάει λίγο σα ζόμπι. Κοιτάζονται σαν μόλις κάποιος από τους δύο να είπε ένα αστείο. “Οπότε…ξέρω γω..καλή φάση” λέει ο Πέτρος. “Ναι…” λέει η Ελένη και πηδάει σαν ζουρίδα στην αγκαλιά του.

Δύο ημέρες πριν την ανακωχή η Ελένη ονειρεύεται πως πάει βόλτα το σκύλο της Μαρίας και του Πέτρου. Η Μαρία ανοίγει τη πόρτα. “Ευχαριστούμε που πήγες βόλτα το σκύλο μας” λέει η Μαρία κοιτώντας την Ελένη στα μάτια. Ο Πέτρος ξυπνάει και η Ελένη του λέει το όνειρο. “Σου είπε ευχαριστώ…αυτό είναι παράξενο..περίεργο…”. Αυτό οδηγεί την κουβέντα ξανά στη σχέση τους. Η Ελένη κλαίει ξανά και ο Πέτρος κοιτάει το πάτωμα με μανία. Ο Πέτρος της λέει πως εύχεται να μην ήταν αυτή που ήταν η Ελένη, εύχεται να ήταν κάποια που δεν θα τον ένοιαζε, κάποια που θα μπορούσε να πετάξει σαν σκουπίδι από τη ζωή του.

Την πρώτη φορά που κολύμπησε μέσα στη λίμνη που έμοιαζε με θάλασσα ήταν όταν κοιμόταν μόνη της στο κρεβάτι. Την ίδια στιγμή η Μαρία έβλεπε το ίδιο όνειρο ξαπλωμένη κάπου στη Στοκχόλμη στο δωμάτιο της και αισθανόταν πόνο στο στήθος. Η Ελένη δεν φοβόταν μέσα στο νερό, κάποιος άντρας ήταν απέξω και τις παρακολουθούσε χωρίς να φαίνεται το πρόσωπο του. Η Μαρία ήταν στον πάτο της πισίνας και δεν κουνιόταν, σαν κάποιος να της είχε βάλει βαρίδια μέσα στο στομάχι. Η Ελένη ξύπνησε και άρχισε να ανοίγει τα μάτια της. Το μεσημέρι ο Πέτρος της είπε πως πιθανότατα είναι η τελευταία φορά που βλέπει το εσωτερικό του διαμερίσματος της. “Μελοδραματικό αλλά καλό” σκέφτηκε η Ελένη. Είναι ξαπλωμένη πάνω στο φούτερ του. Είναι μαλακό και τεράστιο. Μυρίζει φαγητό και αποσμητικό. Του είπε για το όνειρο αλλά ο Πέτρος απλά μούγκρισε. Η Ελένη δεν θέλει να την αφήσει από την αγκαλιά του, φαντασιώνεται τις φακίδες που έχει στη πλάτη του να καλύπτουν όλο το οπτικό της πεδίο. “Τι πρόκειται να γίνει…” λέει η Ελένη. “Δεν μετράω για σένα”. “Μην το λες αυτό” λέει ο Πέτρος. Κοιτάει το τηλέφωνο του στο κομοδίνο της και σκέφτεται “το τηλέφωνο του στο κομοδίνο μου”. Κάτι τεράστιο και επίπονο συμβαίνει μέσα στο λαιμό της. “Είμαι τόσο χυδαία…κάθε μου συναίσθημα είναι τόσο χυδαίο” λέει η Ελένη.   Προσπαθεί να θυμηθεί πότε ξανά αισθάνθηκε τόσο σκατά. Επιθύμησε εκείνη την πισίνα, τον βυθό της, το σώμα της Μαρίας στον πάτο με το στομάχι της γεμάτο πέτρες.

Η Μαρία στέκεται σε ένα μπαλκόνι στο κέντρο της Στοκχόλμης και λιάζεται. Εκεί σπάνια έχει ήλιο. Στα τριάντα πέντε της σίγουρα θα έχει μία πολύ κλειστή παρέα από φίλες που θα τις αποκαλεί “οι κυρίες”. Θ α παραπονιούνται για τους άντρες, θα κουτσομπολεύουν και θα πίνουν πολύ ρακή ή κρασί. Η Μαρία θα συμμετέχει πάντα στις μαζώξεις τους αλλά πάντα θα προτιμά να βρίσκεται κάπου αλλού. Τώρα τελευταία έχει προβλήματα με την αναπνοή στον ύπνο της. Δεν ξέρει τι είναι. Υποθέτει πως της λείπει ο Πέτρος.

Ο Πέτρος και η Ελένη βρισκόντουσαν για δεκαοχτώ μέρες σερί. Συχνά την ζηλεύει όταν άλλοι άντρες την κοιτάνε. Παρατηρεί πράγματα στον χαρακτήρα της Ελένης που δεν τα είχε παρατηρήσει πιο πριν. Ξενυχτάνε  συζητώντας για τις διαφορές των δύο φύλων, κάνουν αστεία σενάρια, μιλάνε για ταινίες ή βιβλία. Μιλάνε για φιλοσοφικά ζητήματα και μπαίνουν σε περιοχές των εγκεφάλων τους που δεν έχουν ξαναμπεί ενώ είναι μαζί. Όλη της τη ζωή η Ελένη ήταν μόνη, τις μεγαλύτερες περιόδους, τώρα που είναι κοινωνική και ιδιαίτερα με τον Πέτρο αισθάνεται ωραία αλλά συγχρόνως κάτι μέσα της αποστραγγίζεται. Αυτό είναι εξουθενωτικό. Το ίδιο αισθάνεται και ο Πέτρος αλλά δεν της το λέει. Ο Πέτρος στέλνει ένα μήνυμα στην Ελένη και τη ρωτάει εάν της αρέσουν οι ήχοι που βγάζει το πιάνο. Εκείνη λέει “ναι…μερικές φορές”. Την πηγαίνει σε ένα κοντσέρτο για πιάνο στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου.

Σε κανέναν δεν αρέσει ιδιαίτερα η κλασική μουσική αλλά επιθυμούν να περάσουν μαζί το απόγευμα τους. Κάθονται δίπλα, δίπλα χωρίς να ακουμπάνε ο ένας τον άλλο. Στο τέλος του προγράμματος συμφωνούν πως τους άρεσε και πως δεν το περίμεναν. Κάθονται στο μπαρ κοντά στο διαμέρισμα της Ελένης. “Βλέπω το όνειρο ακόμα και όταν δεν κοιμάμαι” λέει η Ελένη. “Ποιο όνειρο;” ρωτάει ο Πέτρος. “Εκείνο με το νερό…στον πάτο είναι η Μαρία με πέτρες μέσα στο στομάχι της” λέει η Ελένη. “Μάλιστα” λέει ο Πέτρος. Δεν μιλάνε για πολλή ώρα. “Τι σκέφτεσαι;” ρωτάει η Ελένη. “Τίποτα” λέει ο Πέτρος. “Τίποτα; Απολύτως τίποτα;” λέει η Ελένη. “Μπορεί να σκέφτηκα κάτι αλλά δεν μπορώ να το μεταφράσω σε λέξεις” λέει ο Πέτρος.

Ένα μήνα μετά η Μαρία εξαφανίζεται επισήμως και κανείς δεν ξέρει που είναι. Δεν απαντάει σε τηλέφωνο ή μέιλ για περίπου δύο εβδαμάδες. Ο Πέτρος  δεν θέλει να το κάνει θέμα αλλά τελικά μαθαίνει από την μητέρα του που την πήρε τηλέφωνο η μητέρα της Μαρίας κλαίγοντας λέγοντας πως το παιδί της, η Μαρία, δεν ξέρουν που είναι, μετά από ένα ταξίδι στα περίχωρα της Στοκχόλμης που είχε κάνει μόνη της με το τρένο για να δει ένα μουσείο, οι έρευνες θα συνεχιστούν για περίπου ένα χρόνο και μετά θα σταματήσουν, ο Πέτρος θα επισκεφτεί τη Στοκχόλμη μαζί με τον πατέρα του και θα κάτσει μία εβδομάδα ψάχνοντας μαζί με το συνεργείο της αστυνομίας και τρώγοντας κακό σουηδικό φαγητό. Ο Πέτρος δεν αισθάνεται σχεδόν τίποτα στην αρχή, σχεδόν δεν καταλαβαίνει τι έγινε, τι του είπαν στο ακουστικό, το μυαλό του δεν ξέρει αν είναι χρονικά μπροστά ή πίσω. Περνάνε σχεδόν δύο χρόνια μέχρι την πρώτη στιγμή που θα κλάψει για πρώτη φορά ενθυμούμενος την εξαφάνιση της Μαρίας. Οι αρχές είπαν πως η Μαρία είχε πιθανότατα πέσει θύμα απαγωγής αλλά ο Πέτρος δεν το πίστευε αυτό, ποτέ δεν το πίστεψε.

Πέντε μήνες πριν από την εξαφάνιση της Μαρίας ο Πέτρος πιάνει την Ελένη ενώ είναι στη δουλειά και της λέει “ξέρω πως είσαι απλά εδώ για την πρακτική σου ….ξέρω πως γράφεις…είμαι πολύ καλός στο να κρίνω…διαβάζω πολύ…στείλε μου κάτι να το δω”. Ο Πέτρος ιντριγκάρει την Ελένη, το πρόσωπο του μοιάζει να είναι συνεχώς οργισμένο, αυτό της αρέσει. Μοιάζει σχεδόν εκτός πραγματικότητας, θυμίζει άνθρωπο που του αρέσει να τρώει μέσα από το τηγάνι και πιθανότατα θεωρεί τον εαυτό του σαν ένα είδος χαμένου κάουμπόι ή κάτι τέτοιο χαζό. Της αρέσει. Του στέλνει ένα μέιλ το ίδιο βράδυ.

Έξι χρόνια και τρεις μήνες πριν από αυτό το μέιλ ο Πέτρος γνωρίζει την Μαρία σε ένα βενζινάδικο στην Αλικαρνασσό. Είναι και οι δύο στο ίδιο πανεπιστήμιο, η Μαρία γελάει πολύ κοντά στον Πέτρο. Είναι αστείος. Ο Πέτρος αισθάνεται πολύ άβολα δίπλα στη Μαρία, είναι σίγουρος πως θα ανακαλύψει κάτι πολύ κακό γι’ αυτόν σύντομα. Ο Πέτρος πρέπει να φύγει για στρατό και μέσα στο αυτοκίνητο της λέει “είμαι εδώ για σένα…είσαι εδώ για μένα”. Είκοσι χρόνια πριν από αυτό η Ελένη γεννιέται με καθυστέρηση δύο εβδομάδων. Ο πατέρας και η μητέρα της πίνουν ένα ποτήρι σαμπάνια με φίλους στο παλιό τους σπίτι. Στο δρόμο για το νοσοκομείο κρατάνε τα χέρια τους. Μετά από μία επίπονη γέννα η Ελένη γεννιέται γεμάτη δέος γι’ αυτό που αντικρίζει χωρίς να μπορεί να το εκφράσει με λόγια παρά μόνο με κλάμα. Όλοι δίπλα της συμπεριφέρονται σαν η γέννηση της να είναι ένα καταπληκτικό γεγονός, εκείνη όμως είναι ένα σχεδόν τυφλό πλάσμα που πεινάει.

Είκοσι έξι χρόνια, τρεις μήνες, μισή εβδομάδα, είκοσι λεπτά και τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα η Ελένη οδηγάει το αυτοκίνητο της στον εθνικό προς Ρέθυμνο, στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου είναι κολλημένος ο μικρός ποδοσφαιριστής με το ένα πόδι. Έχει πανικοβληθεί γιατί δεν ξέρει προς τα που πηγαίνει. Οδηγάει τώρα και μία ώρα χωρίς προορισμό. Το αυτοκίνητο της αρχίζει να αιωρείται στο αέρα. Πλησιάζει την στρατόσφαιρα και από εκεί πάνω βλέπει τα κτίρια να μικραίνουν, τις πεδιάδες και τα βουνά να μοιάζουν με πλαστελίνες, μετά εξαφανίζεται μέσα στο τίποτα του διαστήματος. Αυτό που την ξαφνιάζει πιο πολύ απ’ όλα είναι εκείνη η τρομερή σιωπή και σκέφτεται για τελευταία φορά τη Μαρία και για το που μπορεί να βρίσκεται και αν θα τη βρει ποτέ κανείς.

Κείμενο και σκίτσο: Στέλιος Παπαγρηγορίου

Από τη συλλογή διηγημάτων “Οι Γρόθοι”, σύντομα από τις εκδόσεις λούμπεν.

http://www.steliospapagrigoriou.info/