body

Ο Σταύρος σκέφτηκε πως κανονικά θα έπρεπε να κινούνται με αναπηρικά καροτσάκια που έχουν μπαταρία μέσα στο βιβλιοπωλείο, τα πόδια του πονούσαν, να κάνουν σούζες και να πέφτουν πάνω σε πελάτες και να τους σπάνε τα πόδια. Το είπε στο αφεντικό για πλάκα αυτό με τα καροτσάκια.

“Κόψε τις ηλιθιότητες Σταύρο…πιάσε να φτιάξεις εκείνο το ράφι με την ψυχολογία που είναι σα σκατά” είπε ειρωνικά τ’ αφεντικό. Όταν χαμογελούσε, ο Σταύρος είχε εκείνο το όραμα με το δέρμα που έτρεχε στην απλώστρα στον ήλιο, το τομάρι που το κρατούσε ψηλά. Αναρωτήθηκε πως θα ήταν ο κόσμος εάν δεν υπήρχαν μέσα του μαλάκες αφεντικά. Ποτέ του δεν ήταν αναρχικός ή ιδεολόγος, μόνο τον εαυτό του σκεφτόταν πάντοτε, αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να κάνει ονειροπολήσεις για μία καλύτερη κοινωνία χωρίς αφεντικά μαλάκες φαντασμένους οικογενειάρχες μαλακοπίτουρες.

Ευτυχώς κανείς από τη δουλειά δεν του είχε ζητήσει ποινικό μητρώο. Αυτό ήταν ένα μεγάλο λάθος, σκέφτηκε ο Σταύρος και χαμογέλασε μπροστά από το ράφι της ψυχολογίας.

“Περιμένεις να πιστέψω πως δουλεύεις κανονική δουλειά;” είπε η μητέρα του.

Τον είχε πάλι επισκεφτεί στην κλινική, πράγμα παράξενο για εκείνη.

“Με τέτοιο διαμέρισμα…πωλητής.δεν το πιστεύω” είπε η μητέρα του.

Πήγαν κι έκατσαν στο κυλικείο να πιουν ένα καφέ.

“Γείτονες βλάχοι…Μεσαμπελιές…πες μου πως δεν δουλεύεις πάλι το πενηντάρικο Σταύρο”.

“Μια χαρά είναι οι βλάχοι…τουλάχιστον εγώ δεν κουβαλάω λεφτά για τη μαφία” είπε ο Σταύρος.

“Αυτή είμαι…κι αν θες να ξέρεις…ποτέ δεν θα μπορούσες να αντέξεις αυτή τη δουλειά” είπε η μητέρα του με σφιγμένα δόντια.

“Δεν είμαι αρκετά σκληρός ε;” είπε ο Σταύρος.

“Πώς χτύπησες στο στομάχι Σταύρο;”.

“Σκόνταψα πάνω σ’ ένα κουρτινόξυλο”.

“Σταμάτα αυτό που κάνεις…βρες μία δουλειά επιτέλους ρε γαμώτο”.

“Γιατί;”.

“Δεν έχεις το στομάχι για το πενηντάρικο” είπε η Τζολινάρα, ρούφηξε μία βαθιά τζούρα από το τσιγάρο της.

Μπήκε μέσα η νοσοκόμα, εκείνη η ομορφούλα η μελαχρινή με τον κώλο βάρκα.

“Η Ελένη σε προσέχει καλά ε;” είπε η Τζολινάρα και της χάιδεψε τα μαλλάκια της.

“Κυρία Μαρία…ο γιος σας είναι…πως να το πω… θεσπέσιο παιδί” είπε η νοσοκόμα και μέλι έτρεχε από το στόμα της. Ούτε είκοσι πέντε δεν ήταν.

“Μα κι εγώ δεν θα προσλάμβανα μία τόσο γλυκιά κοπέλα….” πήγε να πει η Τζολινάρα.

“Εσύ την προσέλαβες;;;” είπε με έκπληξη ο Σταύρος που νόμιζε πως ήταν απλά από το προσωπικό της ιδιωτικής κλινικής.

Δεν μίλησε κανείς. Η Τζολινάρα συγκεντρώθηκε στο τσιγάρο της, η νοσοκόμα κοιτούσε με γλύκα τον Σταύρο.

“Ξέρεις γιατί σε προσέλαβε Ελένη η μητέρα μου;” είπε ο Σταύρος.

Δεν μίλησε πάλι κανείς. Η μητέρα του τον κοίταξε αυστηρά, σαν να ήταν έτοιμη να τον χαστουκίσει, η Ελένη κοίταξε την Τζολινάρα περιμένοντας να της πει την απάντηση.

“Σε προσέλαβε για να γαμήσω” είπε ο Σταύρος.

Η νοσοκόμα κοκκίνισε, ψέλλισε μία δικαιολογία και βγήκε από τη πόρτα του κυλικείου κουνιστή και ντροπιασμένη με τα χέρια στο στήθος της, σαν να κρατούσε ένα αόρατο μαχαίρι που ήταν καρφωμένο στην καρδιά της.

“Δεν έπρεπε να το πεις αυτό” είπε η Τζολινάρα.

“Τα κάνεις όλ’ αυτά γιατί απλά δεν σου αρέσει η Μυρτώ” είπε ο Σταύρος.

“Η Μυρτώ είναι ένα τίποτα….κάτι λιγότερο από τίποτα”.

“Ζηλεύεις;”.

“Τι να ζηλέψω; Θέλεις να ξαπλώνεις με σκυλιά; Σου αρέσουν τα σκυλιά γιε μου;” είπε λυπημένη η μητέρα του.

“Μου αρέσουν τα σκυλιά ναι… μου αρέσουν”.

“Κάνε ότι θες”.

“Ευχαριστώ μαμά” είπε περιπαιχτικά ο Σταύρος.

“Να θυμάσαι…εγώ σου έδωσα τη ζωή.. για δεύτερη φορά” είπε απειλητικά και τον έδειξε με το δάχτυλο της.

Η Τζολινάρα σηκώθηκε απότομα και βγήκε από την πόρτα του κυλικείου. Στάθηκε έξω, μπροστά από κάτι καρτοτηλέφωνα, έσκυψε κουρασμένη το κεφάλι της και το ακούμπησε στο κρύο τσιμέντο του τοίχου, το ξανασήκωσε και κατέβηκε τις σκάλες για την έξοδο.

 

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο της, ένα μικρό Τογιότα του 2005, περπάτησε λίγο προς το διαμέρισμα της. Ένας τύπος χοντρός και άσχημος με ένα φτυάρι στο χέρι βγήκε από τη πρώτη πόρτα μέσα στην αυλή της πολυκατοικίας στο Μασταμπά.

“Οοοοο….Μιχάλη…τι κάνεις;” είπε η Μυρτώ η Πλακούντα.

“Καλά είμαι…Μυρτώ κοίταξε να δεις….” πήγε να πει ο χοντρός.

“Πώς είναι η συλλογή από μυρμήγκια;” είπε χαμογελαστή η Μυρτώ.

“Καλά..μια χαρά…κοίταξε να δεις…”.

“Η κυρία Εμμανουέλα τι κάνει; Το πόδι της εντάξει;” είπε πάλι η Μυρτώ και τώρα άνοιγε την πόρτα του διαμερίσματος της, πίσω της ο χοντρός ανυπόμονος με το φτυάρι ανά χείρας.

“Καλά είναι….κοίταξε να δεις μέχρι το Σάββατο πρέπει να έχουμε κανονίσει το λογαριασμό…το ενοίκιο…” είπε ο χοντρός και άρχισε να ιδρώνει γιατί κοιτούσε το ντεκολτέ της Μυρτώς που ανοιγόκλεινε με την αναπνοή της.

“Πάντα δεν πληρώνω τους λογαριασμούς μου;” τον πλησίασε πιο κοντά και του έπιασε το πουλί πάνω από το παντελόνι. “Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο;”.

Εκείνος της έκανε πέρα το χέρι. Κοκκίνισε κι άλλο και το λίπος κάτω από το πηγούνι του τραντάχτηκε.

“Αυτή τη φορά μόνο με τον ένα θα πληρώσεις” είπε ο χοντρός.

“Εντάξει γλύκα μου” είπε η Μυρτώ και μπήκε στο σπίτι.

Ο χοντρός έπιασε το πουλί του, άφησε το φτυάρι και σκούπισε το μέτωπο του από τον ιδρώτα. Εκείνη μπήκε μέσα στο σπίτι.

Γύρισε μετά από λίγο και της χτύπησε την πόρτα κρατώντας ένα κομμάτι χαρτί σε φάκελο.

Η πόρτα άνοιξε κι εκείνη φορούσε ένα κομπινεζόν διάφανο μαύρο που άφηναν τα βυζιά της να φαίνονται.

“Αυτός είναι ο λογαριασμός σου” είπε ο χοντρός και της έδωσε το χαρτί.

“Αυτά είναι πολλά λεφτά Μιχάλη” είπε με γλύκα η Μυρτώ.

“Και τα χρωστάς όλα” είπε ο χοντρός.

“Ίσως θα πρέπει να έρθω να το συζητήσω με την κυρία Εμμανουέλα” είπε πονηρά η Μυρτώ.

“Έτσι και κάνεις ένα βήμα…” είπε με θυμό ο χοντρός και έξυσε τα δάχτυλα του από αμηχανία.

“’Ελα μέσα βλάκα…” είπε με λαγνεία η Μυρτώ. Ο χοντρός κοίταξε γύρω του να δει αν κάποιος τον έβλεπε. Μπήκε μέσα. Εκείνη μπήκε στο υπνοδωμάτιο της και έβγαλε ένα πάκο ευρώ από το συρτάρι, τα μέτρησε και περίμενε γυμνή τώρα στο κρεβάτι, το χρήμα ήταν στο κομοδίνο.

“Έλα μέσα” φώναξε η Μυρτώ.

Η πόρτα άνοιξε και ο χοντρός μπήκε μέσα ιδρωμένος βαριανασαίνωντας.

Την κοίταξε και άρχισε να ανοιγοκλείνει τις γροθιές του.

“Εμένα ή το χρήμα;” είπε η Μυρτώ και άνοιξε λίγο παραπάνω τα καλοξυρισμένα της μέλη δείχνοντας του παράλληλα τα χρήματα στο κομοδίνο.

Ο κύριος Μιχάλης το σκέφτηκε για λίγο και πήρε μία απόφαση.

 

Η Τζολινάρα περπατούσε στο πάρκινγκ του δήμου Ηρακλείου κάτω από την πλατεία Ελευθερίας, μόλις είχε τελειώσει με τους αγώνες της ημέρας στη στοά Ντορέ, δεν υπολόγιζε όμως πως εκείνο το μικρό παραστράτημα που είχε κάνει με εκείνο το στοίχημα θα είχε τόσο νωρίς αντίκτυπο.

Ο κύριος Μουκοβίνας την περίμενε στο αυτοκίνητο της, ήταν στητός σαν αγγούρι, προσοχή σαν στρατιώτης, με το κουστούμι του, το φρεσκοξυρισμένο του μούτρο, την κοιτούσε με εκείνα τα μάτια που θύμιζαν νερό μέσα σε παγόβουνο ξεχασμένο αιώνες να λιμνάζει στην καρδιά του παγωμένου όγκου.

“Τι έγινε Πέτρο;” είπε σιγανά η Τζολινάρα και ξεροκατάπιε. Τα χέρια της έπαιζαν νευρικά το μπρελόκ με τα κλειδιά του Τσερόκι.

“Αν θυμάμαι καλά…εγώ δεν σου είχα αγοράσει αυτό το φόρεμα;” είπε με την τραχιά του φωνή ο κύριος Μουκοβίνας.

“Υποθέτω…ναι…εσύ”.

“Υποθέτεις; Που τα έμαθες αυτά;” είπε ήρεμα ο κύριος Μουκοβίνας.

Έπεσε σιωπή. Οι φωνές των τσιγγάνων μόνο ακουγόντουσαν, ήταν το καινούριο τους στέκι το δημοτικό πάρκινγκ.

“Οδήγα. Πάμε” είπε ο κύριος Μουκοβίνας. Μπήκαμε στο μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο.

“Μπομπινέτα…γκανιάν” είπε ο κύριος Μουκοβίνας. “Πως ήταν δυνατόν να μην το καταλαβαίναμε;”.

“Νόμιζα…νόμιζα πως…έλεγαν πολλά για το άλογο..ήταν καλό…δεν ξέρω πως…” είπε σιγανά η Τζολινάρα. Είχε καιρό να φοβηθεί τόσο.

“Σκάσε” είπε απότομα ο κύριος Μουκοβίνας. “Θέλεις να συνεχίσεις να είσαι όμορφη ή θέλεις να μου λες το ίδιο τροπάριο;”.

“Θέλω να συνεχίσω να είμαι όμορφη” είπε η Τζολινάρα και κοίταξε μπροστά, έτρεμε το χέρι της στο τιμόνι.

“Νόμιζες πως δεν θα το καταλάβαινα; Τόσο ανίδεα είσαι. Δεν ξέρεις τι πέρασα…τι πόλεμο μου κάνανε για την ηλιθιότητα σου”.

“Δέκα χιλιάρικα μου έστειλες…δέκα γαμημένα χιλιάρικα…λες και είμαι κανένα γυφτάκι στην παραλιακή” είπε ο κύριος Μουκοβίνας και μερικά σάλια πετάχτηκαν από το σφιγμένο του στόμα.

“Πέτρο..ο γιος μου..χτύπησε άσχημα” είπε σιγανά.

“Ο ποιος;”.

“Ο γιος μου…έπρεπε να πληρώσω το γιατρό…ξέρεις ποιον γιατρό” είπε η Τζολινάρα.

“Από πότε έχεις γιο;”.

“Έχει φύγει απ’ το σπίτι…από παλιά..δεν τον έχεις δει ποτέ” είπε η Τζολινάρα.

“Είσαι μητέρα…μητέρα ε;” είπε προβληματισμένος ο κύριος Μουκοβίνας.

Στο ξενοδοχείο Αστόρια, στον τελευταίο όροφο, στη σουίτα του κυρίου Μουκοβίνα η Τζολινάρα έφαγε στο στομάχι την πρώτη της γροθιά εδώ και καιρό. Έπεσε στο πάτωμα και προσπαθούσε ν’ ανασάνει.

Ο κύριος Μουκοβίνας έβγαλε ένα τεράστιο πούρο από το σακάκι του και το έκοψε στην ακρούλα με το ειδικό ψαλίδι, το άναψε με τον Ρόνσον, τράβηξε μερικές τζούρες δυνατές και το πρόσωπο του έλαμψε μέσα στο σκοτάδι της σουίτας, τα στόρια τραβηγμένα.

Πλησίασε την Τζολινάρα και της έκανε πέρα λίγο τα κόκκινα μαλλιά της από το σημείο του σβέρκου. Τράβηξε πάλι τζούρα και ξεφύσηξε, η κάφτρα του πούρου έδειχνε καυτή και πιο πορτοκαλί από ποτέ.

“Αυτό θα πονέσει” είπε ο κύριος Μουκοβίνας. Πίeσε με δύναμη το πούρο στον αφράτο σβέρκο της Τζολινάρας. Ένα ουρλιαχτό ακούστηκε μέχρι το λόμπι αλλά κανείς δεν έδωσε την απαραίτητη σημασία από το προσωπικό του ξενοδοχείου.

“…αλλά δεν θ’ αφήσει σημάδι για πολύ καιρό” είπε και ξανάναψε το πούρο με τον Ρόνσον. Η Τζολινάρα είχε λιποθυμήσει για τα καλά σε κείνο το πέρσικο χαλί.

“Τώρα…φέρε μου το σίδερο για το τζάκι…και το καμινέτο που είναι δίπλα του” είπε ο κύριος Μουκοβίνας. Η Τζολινάρα σηκώθηκε με δυσκολία και πλησίασε το τζάκι.

“Τι ξέρουμε για το σίδερο;” είπε ο κύριος Μουκοβίνας με τόνο φωνής σαν να μιλούσε σε παιδί.

“Το…το…το σίδεροο…το σίδεροοο αφήνει μόνιμο σημάδι…για μία ζωή” είπε η Τζολινάρα.

“Ωραία..και τώρα…ΜΟΥΣΙΚΗ!” είπε ενθουσιασμένος ο κύριος Μουκοβίνας και πετάχτηκε σαν ελατήριο από τον καναπέ, πλησίασε το πικάπ δίπλα από το μπαράκι και έβαλε να παίζει ένα σαρανταπεντάρι   των Γουόκμεν με τίτλο “Κανέντιαν Γκιρλ”.

Η Τζολινάρα άρχισε να κλαίει με λυγμούς και να τρέμει. Ο κύριος Μουκοβίνας άνοιξε το καμινέτο, έπιασε το σίδερο για το τζάκι μέσα από τη βαλίτσα του, εκείνο που σπρώχνουμε τα ξύλα, το ζέστανε με το καμινέτο και την πλησίασε. Εκείνη έπεσε στα γόνατα, τον κοίταξε μέσα στα παγωμένα του μάτια αλλά δεν είπε τίποτα. Έπρεπε να δεχτεί την ήττα της.

“Άνοιξε τα χέρια σου” είπε ο κύριος Μουκοβίνας.

Εκείνη τον υπάκουσε. Της μάρκαρε τα χέρια με το καυτό σίδερο, και τις δύο παλάμες, τις δύο πριν από λίγο αψεγάδιαστες παλάμες της. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της με τους Γουόκμεν να κλαίνε από τα ηχεία η Τζολινάρα ξαναέπεσε ξέπνοη στο περσικό πάτωμα χωρίς τύψεις πια.

Όταν συνήλθε βρήκε τον κύριο Μουκοβίνα στο μπαλκόνι να καπνίζει εκείνο το πούρο ακόμη και να κοιτάει την νυχτερινή κίνηση της πλατείας.

“Δεν ήξερε πως ήσουν μητέρα” είπε ο κύριος Μουκοβίνας.

“Ναι…είναι καλό παιδί…πωλητής”.

“Πωλητής ε;” είπε ο κύριος Μουκοβίνας.

“Αυτό το κουστούμι σου πάει Πέτρο…σε κάνει…σε κάνει πιο δυνατό..πιο ψηλό” είπε η Τζολινάρα και τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.

“Βρίσκεις;”.

“Άμα στο λέω εγώ…πρέπει να φύγω Πέτρο..το παιδί μου με περιμένει” είπε η Τζολινάρα.

“Τα χαιρετίσματα μου” είπε ο κύριος Μουκοβίνας και της έδειξε τη πόρτα.

 

*

Συχνά ονειρευόταν πως θα ήταν να μην είχε κανένα πάνω από το κεφάλι του, μόνος, σε κάποιο μέρος, σε κάποιο χωράφι, ο ήλιος να του ζεσταίνει τα κόκαλα, σε κάποιο χωριό νότια της Κρήτης περιτριγυρισμένος από το μεγάλο τίποτα της φύσης.

“Πρέπει να είσαι πιο προσεχτικός Σταύρο….σου το έχω πει χιλιάδες φορές” είπε το αφεντικό, τα πόδια του πονούσαν στις φτέρνες από την ορθοστασία, εκείνη τη μέρα ήταν τόσο κουρασμένος, έκλειναν τα μάτια του, η δουλειά πολλή.

Είχε ανοίξει την καβάτζα, ανάμεσα στο κλειστό ράντζο έκρυβε τα χρήματα που ήταν δουλεμένα με το πενηντάρικο, γύρω στα δέκα χιλιάδες ευρώ είχε εκεί πέρα, ήταν λίγο περήφανος.

Μπήκανε με την Μυρτώ στο λεωφορείο. Ήταν τίγκα στον κόσμο.

“Γιατί με το λεωφορείο αγάπη μου;”  ρώτησε η Μυρτώ.

“Πάμε παραλία, φαγητό…αυτό μου φτάνει” είπε ο Σταύρος.

Τη φίλησε στο στόμα απαλά. Το τριανταφυλλένιο μέρος στο πρόσωπο της μύριζε φρούτα εκείνο το πρωινό.

Στο μπαράκι της παραλίας ο Σταύρος χαιρόταν, η παραλία ήταν γεμάτη κόσμο, βούτηξαν δύο φορές και άπλωσαν τα κορμιά τους στον ήλιο.

“Θες κανένα ποτό;” είπε ο Σταύρος.

“Μπα” είπε η Μυρτώ. “Με τον καφέ είμαι οκ”. Διάβαζε ένα περιοδικό Κοσμοπόλιταν.

“Πάω μέχρι το μπαρ” είπε ο Σταύρος.

Μπήκε μέσα στις τουαλέτες και τσέκαρε τα ζάρια, το ρολόι του ήταν ψεύτικο, με μαγνήτη, πηγαίνανε ασορτί με τα ζάρια, έβγαζαν πάντα εξάρες ή πεντάρες όταν σήκωνε το χέρι του και ήθελε να βγάλει εξάρες ή πεντάρες. Το δοκίμασε στο νιπτήρα, μια χαρά δουλεύανε. Βγήκε έξω.

Στο μπαρ η μουσική ήταν πολύ δυνατή και άσχημη, μία παρέα νεαρών υποψήφιων δοκίμων που είχαν ξεκλέψει λίγο χρόνο από την τρίμηνη εκπαίδευση τους στη ΣΕΑΠ χασκογελούσανε και πίνανε μπύρες σε ένα μεγάλο τραπέζι. Τους ξεχώρισε αμέσως ο Σταύρος από το πολύ κοντό κούρεμα και το αφύσικο μαύρισμα . Περίμενε σαν τσακάλι σε μία γωνία και τους παρατηρούσε, όταν βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία, παράγγειλε μία μπύρα από το μπαρ και έπεσε πάνω σε ένα τύπο που πέρασε δίπλα του με αποτέλεσμα να καταλήξει πάνω στο τραπέζι των φαντάρων και να τους ρίξει όλα τα ποτά στο πάτωμα.

“Σιγά ρεεεε”.

“Χίλια συγνώμη παιδιά….τι πίνατε; Μπύρες;”.

“Ναι….μας γάμησες”.

“Μισό λεπτό” είπε ο Σταύρος και πήγε στο μπαρ και παράγγειλε ένα γύρο μπύρες για τους φαντάρους. Κατέληξαν να πίνουν μαζί μετά από λίγο και να γελάνε με τις ιστορίες του Σταύρου από το στρατό, είχε υπηρετήσει στο πυροβολικό στη Ρόδο και έκανε στη ΣΕΑΠ αλφαμίτης στη πύλη, ήξερε από υποψήφιους δόκιμους. Έκανε πως έσκυψε και έβγαλε το ζάρι από τη τσέπη του μαγιό του.

“Παιδιά δικό σας είναι αυτό;;” είπε ο Σταύρος.

“Όχ..ζάράκι….όχι ρε…που το βρήκες;”.

“Εδώ κάτω…στα πόδια μου ρε”.

“Ποιος θα φέρει μπύρες;” είπε ένας φαντάρος.

Ο Σταύρος σηκώθηκε. Κάποιος τον έπιασε.

“Όχι πάλι εσύ ρε…είπαμε…ντάξει…” είπε ένας άλλος.

Ο Σταύρος κοίταξε το ζάρι.

“Λοιπόν…να το παίξουμε” είπε. Όλοι συμφώνησαν. Ο Σταύρος έχασε και πήγε να φέρει μπύρες.

Άναψε το κέφι. Τα παιδιά θέλανε ζάρι.

Ήταν και η τελευταία φορά που έχασε. Τους πήρε γύρω στα διακόσια ευρώ μετρητά με το ζάρι, τις οικονομίες τους για το φανταρικό μέχρι να πάρουν άδεια. Του χαιρέτησε εγκάρδια και πήγε και βρήκε τη Μυρτώ.

Στη δουλειά όλα πήγαιναν σκατά, το αφεντικό ήταν σκέτος μαλάκας, κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο ανυπόφορη από την προηγούμενη, ο Σταύρος νευρίαζε με την ειρωνική στάση του αφεντικού του, στάση ανθρώπου που τα είχε όλα από την αρχή της ζωής του, που δεν του έλειψε ποτέ τίποτα, από πάντα αφεντικό ήταν ο πούστης, δεν ήξερε τι σημαίνει να είσαι ένας απλός μαλάκας υπάλληλος.

Ο Σταύρος σκόπευε να του δείξει τη διαφορά αυτή στη πράξη, το είχε πάρει απόφαση, οι τίμιες δουλειές δεν ήταν για κείνον, αυτός μόνο για καμιά μπούκα ήτανε καλός ή για κανά ψείρισμα. Είχε τρελαθεί τώρα τελευταία γιατί η Μυρτώ τον απατούσε με τον χοντρό για το νοίκι της, το ήξερε δεν ήταν πως δεν το ήξερε, απλά την άφηνε γιατί την αγαπούσε, μια μέρα όμως δεν άντεξε και της το είπε.

“Πηδιέσαι με το χοντρό”.

“Σα δεν ντρέπεσαι γουρούνι να μου λες τέτοια πράγματα”. Ο Σταύρος πολλά άντεχε αλλά όχι την ψευτιά και την πουτανιά, της έριξε δύο ανάποδα χάστουκα στη μούρη και βγήκε από την πόρτα χωρίς γυρισμό. Ξενέρωσε που η μάνα του θα του έλεγε μπράβο που τη χώρισε, το τσόλι, δεν ήταν τίποτε παραπάνω από τσόλι. Ήταν και η τελευταία φορά που θα χωρίζανε με τη Μυρτώ. Δεν πήγαινε άλλο.

Ένα πρωί ο Σταύρος έριξε δύο μπουνιές στο πρόσωπο του αφεντικού γιατί κάτι του είπε και τον πρόσβαλε άσχημα το Σταύρο, σκέφτηκε να τον σύρει μέχρι την αποθήκη και να τον γδάρει ζωντανό με το μαχαίρι του, το είχε πάρει τώρα τελευταία 150 ευρώ από ένα μαχαιράδικο στην Έβανς, μαύρο ατσάλι, καλό μαχαίρι με λαβή από κόκαλο, το ξανασκέφτηκε όμως και δεν ήθελε να περάσει όλη του τη ζωή στη φυλακή για αυτόν το βλάκα και απλά δήλωσε παραίτηση και δεν ξαναπάτησε στο μαγαζί. Το πενηντάρικο του έφτανε, έβγαζε καλά λεφτά, τι τις ήθελε τις δουλειές. Δεν βαριέσαι. Μέχρι όπου αντέξω είπε από μέσα του ο Σταύρος και μπήκε στο Ζάρα να κάνει πάλι το κόλπο του. Είχε καιρό να πατήσει εκεί και ήλπιζε να μην τον θυμούνται.

Πήγε στο σπίτι και εκεί τον περίμενε η μάνα του, αλαφιασμένη και όλο ειρωνεία, είχε όρεξη η Τζολινάρα, κάποιον θα είχε γδάρει στη στοά,σκέφτηκε ο Σταύρος.

“Αγάπη μου…τι κάνεις; Έμαθα τη χώρισες τη κάρια ε;” είπε η μάνα του,

“Μαρία…παράτα με…δεν έχω όρεξη…έφυγα από τη δουλειά…” είπε ο Σταύρος. Μεγάλο λάθος.

“Τι εννοείς έφυγες; Σε διώξανε πάλι;”.

“Ναι…δεν άντεχα άλλο τη μούρη του αφεντικού” είπε με μαγκιά ο Σταύρος.

“Δε ντρέπεσαι λίγο…τι να σου πω ρε…πάλι άνεργος”.

“Μάνα…παράτε με…σε παρακαλώ” είπε κουρασμένα.

Εκείνη κρατούσε ένα γυάλινο ποτήρι και έπινε νερό, ψηλό ποτήρι, ο Σταύρος σκέφτηκε πως έψαχνε τα ντουλάπια του της κουζίνας.

“Ποτέ σου δεν θα κάνεις προκοπή…δε ντρέπεσαι”.

“Μιλάς εσύ; Εσύ;;;”.

“Δε σου πέφτει λόγος” είπε η μάνα του εκνευρισμένη τώρα πολύ.

“Σκάσε πια” είπε ο Σταύρος σαν παιδί.

“Εσύ να σκάσεις!” ούρλιαξε η Τζολινάρα. Σήκωσε το ποτήρι της να πιει λίγο δροσερό νερό να πάει κάτω το μίσος της και η αγανάκτηση της. Τα έδινε όλα στο παιδί της κι εκείνο ακολουθούσε το δρόμο της, το δρόμο της κλεψιάς. Δεν της άρεσε αυτό, δεν της άρεσε που δεν είχε το σθένος να του δείξει το καλό παράδειγμα.

Ο Σταύρος δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει, η μητέρα του πάντα τον έφερνε στα όρια, έπιασε από τον καναπέ ένα βαρύ μαξιλάρι και της έριξε μία δυνατή στο πρόσωπο, δεν είχε σκοπό να την πονέσει ή να τη χτυπήσει, από μικρός έτσι αντιδρούσε, βίαια, της έριχνε πράματα στο πρόσωπο, κυρίως μαξιλάρια ή πετσέτες, ήταν ένα χτύπημα παιδικό, αντανακλαστικό πιο πολύ, να ξαλαφρώσει ήθελε από την πίεση που αισθανόταν, τη χτύπησε την ώρα που εκείνη είχε στα χείλη της το ποτήρι, το ποτήρι φτηνό γυαλί, βρήκε αντίσταση στα πολλά της δαχτυλίδια, της αρέσανε τα λούσα, έσπασε και της έκοψε το λαιμό, την αρτηρία της, αίμα έτρεξε στα ρούχα της ποταμός.

Ο Σταύρος χλώμιασε, την έπιασε, δεν ήξερε τι να κάνει, κίνησε να πιάσει το τηλέφωνο να καλέσει κάποιον, δεν ήξερε ποιον, πήρε το νοσοκομείο, μια πετσέτα της έβαλε στο λαιμό που γέμισε αίμα, ένα τεράστιο μαύρο κενό τον έτρωγε από μέσα. Δεν άντεξε η Τζολινάρα για πολύ. Ο Σταύρος άρχισε να κλαίει σπαραχτικά, πήρε το μαχαίρι του και άρχισε να γδέρνει το δέρμα του από την απόγνωση του, αίμα έτρεξε και ενώθηκε μ’ εκείνο της μητέρας του στο πάτωμα του σαλονιού, λιποθύμησε πάνω στο άψυχο της σώμα, μάνα και γιος στο πάτωμα, θύμιζαν ζώα σφαγμένα. Ήλιος μπήκε από τα κλειστά στόρια και λαμπύρισε το αίμα που είχε λιμνάσει. Σειρήνες ακούστηκαν, βήματα και φωνές στους διαδρόμους και μετά τίποτα.

Από την επερχόμενη συλλογή διηγημάτων με τίτλο “Οι Γρόθοι”, προσεχώς από τις εκδόσεις Λούμπεν.

Κείμενο και σκίτσο: Στέλιος Παπαγρηγορίου

http://steliospapagrigoriou.blogspot.gr/

Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο facebook: https://www.facebook.com/grekamag
Ακολούθησε το ΓΚΡΕΚΑ στο instagram: http://instagram.com/grekamag