Είναι οι κατηγορίες κάποιων ανθρώπων που έχεις τόσες όμορφες αναμνήσεις από αυτούς, που συχνά δεν μπορείς να θυμηθείς από πόσο παλιά τους ξέρεις. Ο χρόνος κυλάει όμορφα και πρέπει να ψάξεις πολύ βαθιά μέσα στο μυαλό σου για να θυμηθείς τον πραγματικό χρόνο. Τις περισσότερες φορές δεν σε νοιάζει καν. Απλά απολαμβάνεις το προνόμιο, να παίρνεις τη χαρά και τη συντροφιά από ένα φιλικό πρόσωπο. Ειδικά όταν το πρόσωπο αυτό έχει βρει την ισορροπία στη ζωή του.

Ο Σταμάτης είναι αυτός ο άνθρωπος που εμφανίζεται σε πολλές ταινίες ως μέντορας κάποιου πρωταγωνιστή. Γλυκομίλητος, με αρκετές άσπρες τρίχες στο κεφάλι, ένα ‘’ηρωικό’’ παραδοσιακό μουστάκι και ένα μικρό κλαδευτήρι στο χέρι. Όταν περνούσα έξω από το  μαγαζί του, είχε πάντα ένα λουλούδι για τη γιαγιά μου. Μου έλεγε πάντα πως «τα λουλούδια είναι όμορφα. Δεν θα είναι ποτέ όμως σαν αυτά που καλλιεργείς στη καρδιά σου για κάποιους ανθρώπους».

1558702_10202761104450883_1333882864_n

Ντρέπεται τον φωτογραφικό φακό, πολλές φορές τους ανθρώπους, αλλά ποτέ τα λουλούδια και τους φίλους. «Είναι μοναδικό συναίσθημα να βλέπεις την πραγματική δύναμη ενός λουλουδιού. Καταλαβαίνουν τη διάθεση σου». Χρόνια ανθοκόμος και ανθοπώλης, είχε πάντα το κατάλληλο λουλούδι για τον κατάλληλο άνθρωπο. Πολλές φορές μάλιστα, ο κόσμος της Αθηνοκεντρικής γειτονιάς, έλεγε ότι ήξερε τι λουλούδι επρόκειτο να του ζητήσεις. Ωστόσο η σχέση του με τα Άνθη-Φυτά, είναι κάτι πολύ παραπάνω που βλέπουμε σε μια ταμπέλα. Δεν τα πουλάει. Τα μεγαλώνει. Τα μεγαλώνει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορέσουν να στολίσουν το σπίτι σου, να κάνουν κάποιον να χαμογελάσει, ή ακόμη και να κάνουν τη καρδιά του να χτυπήσει πιο δυνατά.

«Τους μιλάω και με ακούνε» μου έλεγε πολλές φορές. «Όταν τους τραγουδάω, βγάζουν ένα περίεργο άρωμα. Είναι ζωντανοί οργανισμοί. Η αγάπη είναι η μόνη γλώσσα που δεν χρειάζεται να μεταφράσεις σε έναν ζωντανό οργανισμό. Την καταλαβαίνει και στην επιστρέφει με τον δικό του τρόπο». Ωστόσο ο Σταμάτης βίωσε πριν μερικούς μήνες ένα βιασμό ψυχής.

Τα λεφτά λίγα, το ενοίκιο πολύ και το ΤΕΒΕ αδυσώπητο. Είχε μπει τόσο ‘‘μέσα’’ οικονομικά, που από ένα σημείο και έπειτα, υπήρχε θέμα επιβίωσης. Αναγκάστηκε να κλείσει το μαγαζί. Ήμουν εκεί στο στερνό αντίο. Στην ουσία δεν στερήθηκε ποτέ τους ‘‘φίλους’’ του. Τον περίμεναν και στο σπίτι. Αλλά δεν θα μπορούσε ποτέ πια να δώσει με τον ίδιο τρόπο το λουλούδι σε κάποιον ξένο. Επίσης για πρώτη φορά έχανε το εισόδημα του. Έπρεπε λοιπόν αναγκαστικά, να περιμένει τον τελευταίο χρόνο που του απέμεινε μέχρι να βγει στη σύνταξη. Και να κλείσει το μαγαζί νωρίτερα. Το μαγαζί άδειαζε από τους μεταφορείς και εκείνος χάιδευε τα πέταλα ενός λουλουδιού. Όπως όταν λες το στερνό αντίο σε ένα σκύλο πριν την ευθανασία. Του λες ότι όλα θα πάνε καλά. Ότι δεν θα πονέσει. Του λες ότι θα είναι πάντα μέσα στη καρδιά σου. Είναι τόσο τραγική και υπερβολική η παρομοίωση; Ποιος μπορεί πραγματικά να γνωρίζει πόσο πολύ αγαπάς κάτι. Είναι κάτι που μόνο εσύ το γνωρίζεις και ακόμη και αν δεν ξέρεις να το εξηγήσεις απόλυτα, το νιώθεις από τις βλεφαρίδες μέχρι τις άκρες των δαχτύλων σου. Λίγα δάκρυα για τα πεσμένα πέταλα, ενός φίλου που αποχωριζόταν τον φίλο. Έναν πολύ ξεχωριστό φίλο. Που άκουγε, έδειχνε την αγάπη του με μυρωδιές, που έπαιρνε τα πιο όμορφα χρώματα όταν ήταν ευτυχισμένο. Τώρα που το σκέφτομαι, ο Σταμάτης μου θυμίζει τον Μικρό Πρίγκιπα και το τριαντάφυλλο του.

Όταν το μαγαζί έκλεισε, ο Σταμάτης συνέχισε την ενασχόληση του με τα λουλούδια στο σπίτι. Δεν τον βλέπω πλέον τόσο συχνά αλλά σίγουρα παρατήρησα κάτι διαφορετικό: Ο Σταμάτης από το τέλος του μαγαζιού και μετά, δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Ακόμη και αν όλοι του έλεγαν πως πήρε τη σωστή απόφαση, είχε μια πίκρα ζωγραφισμένα στα μάτια του. Μέχρι σήμερα μου λέει ότι δεν μπορεί να κοιτάξει βιτρίνα μαγαζιού που πουλάει άνθη. Ο γιος του, είναι πιο ωμός στο θέμα. «Του κλέψανε τη ψυχή του. Γι’ αυτό δείχνει τόσο άδειος. Αλλά αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς. Το γνωρίζει μόνο ο ίδιος».

Αυτός ήταν ο Σταμάτης. Ο άνθρωπος που του πήρανε το όνειρο μέσα από τα χέρια τόσο άδικα και ξαφνικά. Ένας άνθρωπος που ήταν ευτυχισμένος επειδή έκανε τους άλλους ευτυχισμένους. Που θυμάται τη μυρωδιά των φίλων του μέσα στο μαγαζί, ακόμη και αν πλέον δεν μπορεί να τα δει…

ΥΓ: Αφιερωμένο στον κάθε εργαζόμενο εκεί έξω, που ποτέ δεν είδε την δουλειά του απλά ως μια δουλειά.